heedfulness

[US]/ˈhiːdfəl.nəs/
[UK]/ˈhidfəl.nəs/

Translation

n. βαθιά προσοχή ή σκέψη
Word Forms

Phrases & Collocations

heedfulness in action

προσεκτικότητα στην πράξη

heedfulness of details

προσεκτικότητα στις λεπτομέρειες

heedfulness towards others

προσεκτικότητα προς τους άλλους

heedfulness in planning

προσεκτικότητα στην προετοιμασία

heedfulness and care

προσεκτικότητα και φροντίδα

heedfulness in communication

προσεκτικότητα στην επικοινωνία

heedfulness of risks

προσεκτικότητα στους κινδύνους

heedfulness in decisions

προσεκτικότητα στις αποφάσεις

heedfulness for safety

προσεκτικότητα για ασφάλεια

heedfulness in learning

προσεκτικότητα στη μάθηση

Example Sentences

he approached the task with great heedfulness.

προσέγγισε την εργασία με μεγάλη προσοχή.

her heedfulness in planning the event paid off.

η προσοχή της κατά την προετοιμασία του γεγονότος απέδωσε αποτέλεσμα.

he showed heedfulness towards the needs of his team.

έδειξε προσοχή προς τις ανάγκες της ομάδας του.

he demonstrated heedfulness while driving in bad weather.

έδειξε προσοχή ενώ οδηγούσε σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

her heedfulness in studying helped her pass the exam.

η προσοχή της κατά τη μελέτη της βοήθησε να περάσει το εξεταστικό.

he needs to practice more heedfulness in his work.

χρειάζεται να πρακτικεύεται περισσότερη προσοχή στη δουλειά του.

he listened with heedfulness to her advice.

ακούγονταν με προσοχή το συμβουλευτικό της.

he approached the negotiation with heedfulness and care.

προσέγγισε τη διαπραγμάτευση με προσοχή και προσεκτικότητα.

he acted with heedfulness to avoid any mistakes.

ήταν προσεκτικός για να αποφύγει οποιαδήποτε λάθη.

her heedfulness in the kitchen ensured a delicious meal.

η προσοχή της στην κουζίνα εξασφάλισε μια νόστιμη γεύση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now