| Plural | heedfulnesses |
heedfulness in action
προσεκτικότητα στην πράξη
heedfulness of details
προσεκτικότητα στις λεπτομέρειες
heedfulness towards others
προσεκτικότητα προς τους άλλους
heedfulness in planning
προσεκτικότητα στην προετοιμασία
heedfulness and care
προσεκτικότητα και φροντίδα
heedfulness in communication
προσεκτικότητα στην επικοινωνία
heedfulness of risks
προσεκτικότητα στους κινδύνους
heedfulness in decisions
προσεκτικότητα στις αποφάσεις
heedfulness for safety
προσεκτικότητα για ασφάλεια
heedfulness in learning
προσεκτικότητα στη μάθηση
he approached the task with great heedfulness.
προσέγγισε την εργασία με μεγάλη προσοχή.
her heedfulness in planning the event paid off.
η προσοχή της κατά την προετοιμασία του γεγονότος απέδωσε αποτέλεσμα.
he showed heedfulness towards the needs of his team.
έδειξε προσοχή προς τις ανάγκες της ομάδας του.
he demonstrated heedfulness while driving in bad weather.
έδειξε προσοχή ενώ οδηγούσε σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
her heedfulness in studying helped her pass the exam.
η προσοχή της κατά τη μελέτη της βοήθησε να περάσει το εξεταστικό.
he needs to practice more heedfulness in his work.
χρειάζεται να πρακτικεύεται περισσότερη προσοχή στη δουλειά του.
he listened with heedfulness to her advice.
ακούγονταν με προσοχή το συμβουλευτικό της.
he approached the negotiation with heedfulness and care.
προσέγγισε τη διαπραγμάτευση με προσοχή και προσεκτικότητα.
he acted with heedfulness to avoid any mistakes.
ήταν προσεκτικός για να αποφύγει οποιαδήποτε λάθη.
her heedfulness in the kitchen ensured a delicious meal.
η προσοχή της στην κουζίνα εξασφάλισε μια νόστιμη γεύση.
heedfulness in action
προσεκτικότητα στην πράξη
heedfulness of details
προσεκτικότητα στις λεπτομέρειες
heedfulness towards others
προσεκτικότητα προς τους άλλους
heedfulness in planning
προσεκτικότητα στην προετοιμασία
heedfulness and care
προσεκτικότητα και φροντίδα
heedfulness in communication
προσεκτικότητα στην επικοινωνία
heedfulness of risks
προσεκτικότητα στους κινδύνους
heedfulness in decisions
προσεκτικότητα στις αποφάσεις
heedfulness for safety
προσεκτικότητα για ασφάλεια
heedfulness in learning
προσεκτικότητα στη μάθηση
he approached the task with great heedfulness.
προσέγγισε την εργασία με μεγάλη προσοχή.
her heedfulness in planning the event paid off.
η προσοχή της κατά την προετοιμασία του γεγονότος απέδωσε αποτέλεσμα.
he showed heedfulness towards the needs of his team.
έδειξε προσοχή προς τις ανάγκες της ομάδας του.
he demonstrated heedfulness while driving in bad weather.
έδειξε προσοχή ενώ οδηγούσε σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
her heedfulness in studying helped her pass the exam.
η προσοχή της κατά τη μελέτη της βοήθησε να περάσει το εξεταστικό.
he needs to practice more heedfulness in his work.
χρειάζεται να πρακτικεύεται περισσότερη προσοχή στη δουλειά του.
he listened with heedfulness to her advice.
ακούγονταν με προσοχή το συμβουλευτικό της.
he approached the negotiation with heedfulness and care.
προσέγγισε τη διαπραγμάτευση με προσοχή και προσεκτικότητα.
he acted with heedfulness to avoid any mistakes.
ήταν προσεκτικός για να αποφύγει οποιαδήποτε λάθη.
her heedfulness in the kitchen ensured a delicious meal.
η προσοχή της στην κουζίνα εξασφάλισε μια νόστιμη γεύση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now