hiked

[US]/haɪkt/
[UK]/haɪkt/
Frequency: Very High

Translation

v. να περπατήσει μεγάλη απόσταση για ψυχαγωγία ή άσκηση; να αυξήσει (τιμές, κλπ.)

Phrases & Collocations

hiked up

ανεβανε με πεζιστιριο

hiked down

κατεβανε με πεζιστιριο

hiked prices

αυξηθηκαν τα τιμες

hiked trails

ανεβανε σε δρομους

hiked rates

αυξηθηκαν οι τιμες

hiked fees

αυξηθηκαν τα ταριφα

hiked costs

αυξηθηκαν τα κοστα

hiked wages

αυξηθηκαν τα μισθα

hiked interest

αυξηθηκαν οι επιτοκια

hiked taxes

αυξηθηκαν τα φοροι

Example Sentences

they hiked up the mountain early in the morning.

έκαναν περπάτημα στην κορυφή του βουνού νωρίς το πρωί.

we hiked through the dense forest for hours.

περπατήσαμε μέσα από το πυκνό δάσος για ώρες.

she hiked to the summit to catch the sunrise.

περπάτησε στην κορυφή για να δει την αυγή.

they hiked along the riverbank, enjoying the scenery.

περπάτησαν κατά μήκος της ρίβας του ποταμού, απολαμβάνοντας την θέα.

he hiked with his friends every weekend.

περπατούσε με τους φίλους του κάθε μεσοπταίνα.

we hiked a challenging trail that tested our endurance.

περπατήσαμε μια δυσκολόπετα στιγμή που έβαλε στη δοκιμασία την αντοχή μας.

she hiked in the national park to explore nature.

περπάτησε στο εθνικό πάρκο για να εξερευνήσει τη φύση.

they hiked at a leisurely pace, enjoying the fresh air.

περπάτησαν με ένα χαλαρό ρυθμό, απολαμβάνοντας τον νέο αέρα.

he hiked to improve his physical fitness.

περπάτησε για να βελτιώσει τη φυσική του υγεία.

after the rain, the trails they hiked became muddy.

μετά τη βροχή, τα δρόμοι που περπάτησαν έγιναν βρεγμένα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now