hikers

[US]/ˈhaɪkəz/
[UK]/ˈhaɪkərz/
Frequency: Very High

Translation

n. άνθρωποι που κάνουν μακρές περπάτηση ή ταξίδια, συχνά στη φύση; ταξιδιώτες με ρυτιδωτό τσάντα ή αυτούς που ταξιδεύουν πε步.

Phrases & Collocations

experienced hikers

περιπετημένοι πεζοπόροι

beginner hikers

αρχαρίοι πεζοπόροι

local hikers

τοπικοί πεζοπόροι

mountain hikers

πεζοπόροι βουνού

day hikers

πεζοπόροι ημέρας

solo hikers

μοναχικοί πεζοπόροι

seasoned hikers

πεζοπόροι με εμπειρία

casual hikers

απλοί πεζοπόροι

group hikers

πεζοπόροι σε ομάδα

trail hikers

πεζοπόροι σε διαδρομή

Example Sentences

hikers should always carry enough water.

Οι πεζοπόροι πρέπει πάντα να φέρουν αρκετό νερό.

many hikers enjoy exploring new trails.

Πολλοί πεζοπόροι απολαμβάνουν την εξερεύνηση νέων δρόμων.

hikers need to wear appropriate footwear.

Οι πεζοπόροι χρειάζονται να φορούν κατάλληλα παπούτσια.

some hikers prefer to camp overnight.

Κάποιοι πεζοπόροι προτιμούν να στήνουν στέγη για τη νύχτα.

hikers often encounter wildlife on the trail.

Οι πεζοπόροι συναντούν συχνά ζώα στο δρόμο.

experienced hikers know how to read maps.

Οι εμπειρευμένοι πεζοπόροι γνωρίζουν πώς να διαβάζουν χαρτογραφίες.

hikers should respect nature and leave no trace.

Οι πεζοπόροι πρέπει να σεβόμενοι τη φύση και να μην αφήνουν ίχνη.

many hikers participate in group excursions.

Πολλοί πεζοπόροι συμμετέχουν σε ομαδικές εξερεύνησεις.

hikers often share tips and experiences online.

Οι πεζοπόροι συχνά μοιράζονται συμβουλές και εμπειρίες στο διαδίκτυο.

safety is a top priority for all hikers.

Η ασφάλεια είναι η κορυφαία προτεραιότητα για όλους τους πεζοπόρους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now