hitchings

[US]/ˈhɪtʃɪŋ/
[UK]/ˈhɪtʃɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να ταξιδεύει αποκτώντας ελεύθερες διαδρομές; να συνδέει ή να στερεώνει
Word Forms

Phrases & Collocations

hitching a ride

προσκολλημένος σε μια διαδρομή

hitching post

στύλος προσκόλλησης

hitching up

προσκολλημένος πάνω

hitching trailer

προσκολλημένος συρμός

hitching rail

ράιλ προσκόλλησης

hitching horse

προσκολλημένος άλογος

hitching chain

κεραμική αλυσίδα προσκόλλησης

hitching belt

ζώνη προσκόλλησης

hitching gear

προσκολλητικός συγκρότημα

hitching system

σύστημα προσκόλλησης

Example Sentences

she is hitching a ride to the concert.

εκείνη επιβιβάζεται για να πάει στο συναυλία.

we saw them hitching their trailer to the truck.

της είδαμε να συνδέει το φορτηγό της στο τροχόπλεον.

hitching a ride can be a fun adventure.

να επιβιβαστεί μπορεί να είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια.

he was hitching up his pants after the meal.

εκείνος έκανε αναβάθμιση των παντελονιών του μετά το γεύμα.

they are hitching their horses to the post.

εκείνοι συνδέουν τα άλογά τους στην πόλη.

hitching a boat to the dock was challenging.

να συνδέσεις ένα πλοίο στο λιμάνι ήταν δύσκολο.

she is hitching her skirt up to avoid the mud.

εκείνη συνδέει το ρούχο της πάνω για να αποφύγει το χώμα.

hitching a lift is common among travelers.

να επιβιβαστεί είναι κοινό μεταξύ των ταξιδιωτών.

they were hitching their dogs to the leash.

εκείνοι συνδέουν τα σκυλιά τους στο καρφί.

he enjoys hitching his bike to the rack.

εκείνος απολαμβάνει να συνδέει το ποδήλατό του στο ράφι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now