hoaxing

[US]/ˈhəʊksɪŋ/
[UK]/ˈhoʊksɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη της απάτης κάποιου ως πρόσχημα

Phrases & Collocations

hoaxing people

παραποιητική δραστηριότητα προς ανθρώπους

hoaxing scheme

παραποιητική σχέδιο

hoaxing call

παραποιητική κλήση

hoaxing story

παραποιητική ιστορία

hoaxing incident

παραποιητικό γεγονός

hoaxing email

παραποιητικό email

hoaxing attempt

παραποιητική προσπάθεια

hoaxing prank

παραποιητικό προσπαθεία

hoaxing message

παραποιητικό μήνυμα

hoaxing rumor

παραποιητική φήμη

Example Sentences

he was hoaxing everyone with his fake news.

είχε παραπλανά τον κόσμο με τις ψευδείς ειδήσεις του.

the prankster enjoyed hoaxing his friends.

ο προσπαθούσε να παραπλανήσει τους φίλους του.

hoaxing can lead to serious consequences.

η παραπλάνηση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες.

she realized she had been hoaxing herself all along.

είδε ότι είχε παραπλανά τον εαυτό της όλο αυτό το διάστημα.

hoaxing is often used in social media pranks.

η παραπλάνηση χρησιμοποιείται συχνά σε προσπάθειες παραπλάνησης στα κοινωνικά μέσα.

the documentary exposed the truth behind the hoaxing.

το επεισόδιο έδειξε την αλήθεια πίσω από την παραπλάνηση.

he was caught hoaxing the entire community.

τον πιάσανε να παραπλανάει όλη την κοινότητα.

hoaxing can damage trust and relationships.

η παραπλάνηση μπορεί να προκαλέσει ζημιά στην εμπιστοσύνη και τις σχέσεις.

they were accused of hoaxing the investigation.

τους κατηγόρησαν για παραπλάνηση της έρευνας.

hoaxing often involves elaborate schemes.

η παραπλάνηση συχνά εμπλέκεται σε πολύπλοκα σχέδια.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now