hoes

[US]/həʊz/
[UK]/hoʊz/
Frequency: Very High

Translation

n. πολλαπλός του hoe, ένα εργαλείο κήπου με μακρύ χέρι και επίπεδη λεπτή μάσκα
v. τρίτος πρόσωπος μονού του hoe, να χρησιμοποιεί ένα hoe για να ανασκάπει ή να απομακρύνει τα χόρτα

Phrases & Collocations

garden hoes

πατρικές μαχαιροπλατείες

fishing hoes

μαχαιροπλατείες για ψαρόψυχα

hand hoes

χειροπραγματικές μαχαιροπλατείες

field hoes

μαχαιροπλατείες για συρραγισμό

long hoes

μακρές μαχαιροπλατείες

metal hoes

μεταλλικές μαχαιροπλατείες

wooden hoes

ξυλίνες μαχαιροπλατείες

small hoes

μικρές μαχαιροπλατείες

heavy hoes

βαριές μαχαιροπλατείες

sharp hoes

οξείες μαχαιροπλατείες

Example Sentences

she uses hoes to cultivate her garden.

χρησιμοποιεί κοπάνια για να καλλιεργεί τον κήπο της.

farmers often rely on hoes for planting.

οι γεωργοί συχνά εξαρτώνται από τα κοπάνια για την φύτρωση.

he bought new hoes for the community garden.

αγόρασε νέα κοπάνια για τον κοινωνικό κήπο.

hoes are essential tools for any gardener.

τα κοπάνια είναι απαραίτητα εργαλεία για οποιον διαχειριστή κήπου.

she prefers using hoes over machines for small plots.

προτιμά να χρησιμοποιεί κοπάνια αντί για μηχανές για μικρά τμήματα.

different types of hoes serve various purposes.

διαφορετικά είδη κοπανιών χρησιμεύουν για διαφορετικούς σκοπούς.

he learned how to use hoes at a young age.

μάθησε πώς να χρησιμοποιεί κοπάνια από μια νέα ηλικία.

hoes can help aerate the soil effectively.

τα κοπάνια μπορούν να βοηθήσουν στην αερισμό του εδάφους αποτελεσματικά.

they organized a workshop on using hoes for gardening.

οργάνωσαν ένα σεμινάρι για τη χρήση κοπανιών στην καλλιέργεια.

using hoes can reduce the need for chemical fertilizers.

η χρήση κοπανιών μπορεί να μειώσει την ανάγκη για χημικά λιπασμάτα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now