hollowed

[US]/ˈhɒləʊd/
[UK]/ˈhɑːloʊd/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική και παρατακτική φωνή του hollow

Phrases & Collocations

hollowed tree

κοιλωμένο δέντρο

hollowed ground

κοιλωμένο έδαφος

hollowed shell

κοιλωμένη καλύπτρα

hollowed eyes

κοιλωμένα μάτια

hollowed space

κοιλωμένος χώρος

hollowed heart

κοιλωμένο καρδιά

hollowed sound

κοιλωμένο ήχος

hollowed form

κοιλωμένη μορφή

hollowed out

κοιλωμένο

hollowed area

κοιλωμένη περιοχή

Example Sentences

the tree was hollowed out by the storm.

το δέντρο είχε κοιλωθεί από τη βροχή.

they hollowed the pumpkin for halloween.

κοίλωσαν την πατάτα για το Χριστούγεννα.

the artist hollowed the sculpture to create a unique effect.

ο καλλιτέχνης κοίλωσε τη σκυτάλα για να δημιουργήσει ένα μοναδικό αποτέλεσμα.

the old building was hollowed out during renovations.

το παλιό κτίριο κοίλωσε κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακατασκευής.

hollowed logs can be used as natural water troughs.

τα κοιλωμένα ξύλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως φυσικά καταστρώματα νερού.

he hollowed a space in the snow to sit down.

κοίλωσε ένα χώρο στην χιονιά για να κάτσει.

the children hollowed out clay to make pottery.

τα παιδιά κοίλωσαν την αργυροχωματική για να φτιάξουν ποτερίες.

the chef hollowed out the bread to make a bowl for soup.

ο παγαστής κοίλωσε το ψωμί για να φτιάξει ένα πιάτο για κολοκύθινο.

she hollowed her cheeks to create a dramatic look.

κοίλωσε τα πλευρά της για να δημιουργήσει ένα θεατρικό εμφάνιση.

the archaeologists found hollowed stones used for tools.

οι αρχαιολόγοι βρήκαν κοιλωμένους πετρώματα που χρησιμοποιήθηκαν για εργαλεία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now