homemakings

[US]/ˈhəʊmˌmeɪkɪŋz/
[UK]/ˈhoʊmˌmeɪkɪŋz/

Translation

n. οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση μιας οικογενειακής μονάδας

Phrases & Collocations

homemakings ideas

ιδέες για νοικοκυριό

homemakings supplies

υλικά για νοικοκυριό

homemakings projects

έργα για νοικοκυριό

homemakings tips

συμβουλές για νοικοκυριό

homemakings crafts

χειροτεχνίες για νοικοκυριό

homemakings trends

τάσεις για νοικοκυριό

homemakings essentials

απαραίτητα για νοικοκυριό

homemakings decor

διακόσμηση για νοικοκυριό

homemakings skills

δεξιότητες για νοικοκυριό

Example Sentences

her homemakings include cooking and sewing.

τα οικιακά της έργα περιλαμβάνουν την κουβερνική και την ύφανση.

he enjoys sharing homemakings tips with his friends.

απολαμβάνει να μοιράζεται συμβουλές για οικιακά έργα με τους φίλους του.

homemakings can be a rewarding hobby.

τα οικιακά έργα μπορεί να είναι μια ανταμοιβή ένα επαγγελματικό ενδιαφέρον.

she learned homemakings from her grandmother.

της μάθησε οικιακά έργα από τη γιαγιά της.

homemakings often involve organizing and cleaning.

τα οικιακά έργα συχνά περιλαμβάνουν οργάνωση και καθαρισμό.

many people find joy in their homemakings activities.

πολλοί άνθρωποι βρίσκουν χαρά στις δραστηριότητες των οικιακών εργασιών τους.

homemakings can help you create a comfortable living space.

τα οικιακά έργα μπορούν να σας βοηθήσουν να δημιουργήσετε ένα άνετο χώρο ζωής.

she spends her weekends focused on homemakings.

διατηρεί τα Σαββατοκύριακα της στα οικιακά έργα.

homemakings require both creativity and practicality.

τα οικιακά έργα απαιτούν και δημιουργικότητα και πρακτικότητα.

he believes homemakings are essential for a happy home.

πιστεύει ότι τα οικιακά έργα είναι απαραίτητα για ένα ευτυχισμένο σπίτι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now