homesteads

[US]/ˈhəʊm.stɛdz/
[UK]/ˈhoʊm.stɛdz/
Frequency: Very High

Translation

n. ιδιότητα που αποτελείται από ένα σπίτι και την γύρω γη.

Phrases & Collocations

rural homesteads

αγροτικά σπίτια

historic homesteads

ιστορικά σπίτια

family homesteads

οικογενειακά σπίτια

abandoned homesteads

εγκαταλελειμμένα σπίτια

remote homesteads

απομακρυσμένα σπίτια

traditional homesteads

παραδοσιακά σπίτια

modern homesteads

σύγχρονα σπίτια

self-sufficient homesteads

αυτόνομα σπίτια

sustainable homesteads

βιώσιμα σπίτια

urban homesteads

πόλεμος σπίτια

Example Sentences

many families have built homesteads in the countryside.

Πολλές οικογένειες έχουν κτίσει οικισμούς στην επαρχία.

homesteads often require a lot of maintenance and care.

Οι οικισμοί απαιτούν συχνά πολύ συντήρηση και προσοχή.

she dreams of living on a homestead with animals.

Ελπίζει να ζήσει σε έναν οικισμό με ζώα.

homesteads can be a great way to be self-sufficient.

Οι οικισμοί μπορεί να είναι μια μεγάλη προσέγγιση για να είσαι αυτόνομος.

they decided to create homesteads to grow their own food.

Αποφάσισαν να δημιουργήσουν οικισμούς για να μεγαλώσουν το δικό τους τρόφιμο.

homesteads often include gardens and livestock.

Οι οικισμοί συχνά περιλαμβάνουν κήπους και ζώα.

living in homesteads can foster a strong community spirit.

Η ζωή σε οικισμούς μπορεί να προωθεί ένα ισχυρό πνεύμα κοινότητας.

many homesteads are off-grid, relying on solar power.

Πολλοί οικισμοί είναι εκτός δικτύου, αξιοποιώντας την ηλιακή ενέργεια.

they are learning traditional skills to maintain their homesteads.

Μαθαίνουν παραδοσιακές δεξιότητες για να διατηρήσουν τους οικισμούς τους.

homesteads can vary greatly in size and style.

Οι οικισμοί μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθος και το στυλ.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now