honorable

[US]/ˈɒnərəbl/
[UK]/ˈɑːnərəbl/
Frequency: Very High

Translation

adj. αξιόψυχος; έχων τιμή; καλός; αξιόλογος; με υψηλό μοραλικό χαρακτήρα; πολυτελής

Phrases & Collocations

honorable mention

αξιόλογη αναφορά

honorable intentions

αξιόλογες προθέσεις

honorable service

αξιόλογη υπηρεσία

honorable actions

αξιόλογες πράξεις

honorable cause

αξιόλογη αιτία

honorable character

αξιόλογο χαρακτήρα

honorable leader

αξιόλογος ηγέτης

honorable legacy

αξιόλογη κληρονομία

honorable goals

αξιόλογοι στόχοι

honorable reputation

αξιόλογη φήμη

Example Sentences

he is an honorable man who always keeps his promises.

είναι ένας αξιόπερδος άντρας που πάντα τηρεί τις υποσχέσεις του.

it is honorable to help those in need.

είναι αξιόπερδο να βοηθάς αυτούς που χρειάζονται βοήθεια.

she received an award for her honorable service to the community.

έλαβε ένα βραβείο για την αξιόπερδη υπηρεσία της προς την κοινότητα.

being honorable in business builds trust with clients.

να είσαι αξιόπερδος στην επιχειρηματικότητα κατασκευάζει εμπιστοσύνη με τους πελάτες.

he acted in an honorable way during the negotiations.

έδρασε με αξιόπερδο τρόπο κατά τις διαπραγματεύσεις.

honorable actions lead to a good reputation.

τα αξιόπερδα πράγματα οδηγούν σε καλή δημοτικότητα.

the honorable judge made a fair decision.

ο αξιόπερδος δικαστής έκανε μια δίκαιη απόφαση.

she is known for her honorable character and integrity.

είναι γνωστή για το αξιόπερδο χαρακτήρα και την ακεραιότητά της.

honorable leaders inspire their followers.

οι αξιόπερδοι ηγέτες ενθαρρύνουν τους ακόλουθους τους.

it is honorable to stand up for what is right.

είναι αξιόπερδο να σταθείς για ό,τι είναι σωστό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now