howl

[ΗΠΑ]/haʊl/
[ΗΒ]/haʊl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένα θυμικό, μακρύ και λυπηρό φωνήεν
vi. να εκπέμπει ένα θυμικό, μακρύ και λυπηρό ήχο; να παράγει ένα θυμικό, μακρύ και λυπηρό ήχο
vt. να εκφράζει με θυμό
Word Forms
Pluralhowls
Present Participlehowling
Past Tensehowled
Past Participlehowled
Third Person Singularhowls

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

a wolf's howl

το ψάλμα ενός λύκου

loud howling

φωναχτό ψάλμα

nighttime howl

ψάλμα της νυχτερινής ώρας

ferocious howl

τρομαλγικό ψάλμα

continuous howling

συνεχής ψαλμολογία

Παραδείγματα Προτάσεων

The wind began to howl outside the window.

Ο άνεμος ξεκίνησε να ψυχαγωγεί έξω από το παράθυρο.

The wolf let out a long, eerie howl.

Ο λύκος εξέπνευσε ένα μακρύ, παράξενο ψυχαγωγημα.

The dog started to howl when its owner left the house.

Ο σκύλος ξεκίνησε να ψυχαγωγεί όταν ο ιδιοκτήτης του αφήνεται το σπίτι.

The haunted house echoed with the sound of ghostly howls.

Το παρασιτικό σπίτι ηχούσε με τον ήχο των παρανομικών ψυχαγωγημάτων.

The singer's voice filled the concert hall with a powerful howl.

Η φωνή του τραγουδιστή γέμισε το συνεδριακό αμφιθέατρο με ένα ισχυρό ψυχαγωγημα.

The storm caused the trees to sway and howl in the wind.

Η βροχή προκάλεσε τα δέντρα να καταπολεμούν και να ψυχαγωγούν στον άνεμο.

The injured animal let out a pained howl.

Ο τραυματισμένος ζωολογικός έβγαλε ένα πονερό ψυχαγωγημα.

The werewolf's howl echoed through the dark forest.

Το ψυχαγωγημα του λυκάντροπου ηχούσε μέσα από το σκοτεινό δάσος.

The motorcycle roared down the street with a loud howl.

Η μοτοσικλέτα χειροκρατούσε την οδό με ένα θορυβώδη ψυχαγωγημα.

The toddler let out a playful howl of laughter.

Το μικρό παιδί έβγαλε ένα ψυχαγωγημα γέλωτος.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα