humored response
αντίδραση με χιούμορ
humored remark
σχόλιο με χιούμορ
humored attitude
προσέγγιση με χιούμορ
humored perspective
προοπτική με χιούμορ
humored expression
έκφραση με χιούμορ
humored conversation
συνομιλία με χιούμορ
humored approach
προσέγγιση με χιούμορ
humored comment
σχόλιο με χιούμορ
humored storytelling
παραμύθι με χιούμορ
humored nature
φύση με χιούμορ
he always humored his children with funny stories.
επενέγγραφε πάντα τα παιδιά του με χιουμοριστικές ιστορίες.
she humored his jokes even when they weren't funny.
επενέγγραφε τις γελοιότητές του ακόμα και όταν δεν ήταν χιουμοριστικές.
the teacher humored the students during the long lecture.
ο δάσκαλος επενέγγραφε τους μαθητές κατά τη διάρκεια της μακράς διδασκαλίας.
he was humored by her playful attitude.
επενέγγραφε από τη χαλαρή της στάση.
they humored each other with light-hearted banter.
επενέγγραφαν μεταξύ τους με ανοσίας διαλογισμούς.
she humored his obsession with collecting stamps.
επενέγγραφε την υπερβολική του προσήμερη συλλογή φιλοτελιστικών αντικειμένων.
he humored his boss by agreeing with all her ideas.
επενέγγραφε τον επιβάτη του συμφωνώντας με όλες τις ιδέες της.
the comedian humored the audience with clever jokes.
ο κωμιστής επενέγγραφε το κοινό με ευφυείς παραστάσεις.
she humored his request for a silly dance.
επενέγγραφε την αίτησή του για μια αστεία χορογραφία.
he humored her by pretending to be interested in her hobbies.
επενέγγραφε την ενδιαφέροντας της με ψευδώς ενδιαφέροντας τα ενδιαφέροντα της.
humored response
αντίδραση με χιούμορ
humored remark
σχόλιο με χιούμορ
humored attitude
προσέγγιση με χιούμορ
humored perspective
προοπτική με χιούμορ
humored expression
έκφραση με χιούμορ
humored conversation
συνομιλία με χιούμορ
humored approach
προσέγγιση με χιούμορ
humored comment
σχόλιο με χιούμορ
humored storytelling
παραμύθι με χιούμορ
humored nature
φύση με χιούμορ
he always humored his children with funny stories.
επενέγγραφε πάντα τα παιδιά του με χιουμοριστικές ιστορίες.
she humored his jokes even when they weren't funny.
επενέγγραφε τις γελοιότητές του ακόμα και όταν δεν ήταν χιουμοριστικές.
the teacher humored the students during the long lecture.
ο δάσκαλος επενέγγραφε τους μαθητές κατά τη διάρκεια της μακράς διδασκαλίας.
he was humored by her playful attitude.
επενέγγραφε από τη χαλαρή της στάση.
they humored each other with light-hearted banter.
επενέγγραφαν μεταξύ τους με ανοσίας διαλογισμούς.
she humored his obsession with collecting stamps.
επενέγγραφε την υπερβολική του προσήμερη συλλογή φιλοτελιστικών αντικειμένων.
he humored his boss by agreeing with all her ideas.
επενέγγραφε τον επιβάτη του συμφωνώντας με όλες τις ιδέες της.
the comedian humored the audience with clever jokes.
ο κωμιστής επενέγγραφε το κοινό με ευφυείς παραστάσεις.
she humored his request for a silly dance.
επενέγγραφε την αίτησή του για μια αστεία χορογραφία.
he humored her by pretending to be interested in her hobbies.
επενέγγραφε την ενδιαφέροντας της με ψευδώς ενδιαφέροντας τα ενδιαφέροντα της.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now