hushed

[ΗΠΑ]/hʌʃt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ήρεμος· σιωπηλός
v. να ηρεμήσω· να σιγήσω· να κάνω κάποιον σιωπηλό
Word Forms
Past Tensehushed

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

hushed atmosphere

ατμόσφαιρα ηρεμίας

hushed tones

ήρεμοι τόνοι

hushed conversation

σιωπηλή συζήτηση

hushed whispers

σιωπηλά ψιθύρισματα

hushed reverence

εξάκουση

hushed anticipation

αγωνία

hushed murmurs

σιωπηλά μουρμουρητά

hushed stillness

απόλυτη ηρεμία

hushed voices

σιωπηλές φωνές

hushed silence

σιωπηλή ησυχία

Παραδείγματα Προτάσεων

he addressed the hushed courtroom.

αυτός απήθυνε στο ήσυχο δικαστήριο.

The crowd hushed, and she sang.

Το πλήθος ηρέμησε και αυτή τραγούδησε.

The mother hushed her noisy child.

Η μητέρα ηρέμησε το θορυβώδες παιδί της.

The matter should not be hushed up, but freely ventilated.

Το θέμα δεν θα έπρεπε να καλυφθεί, αλλά να εκτεθεί ελεύθερα.

Monet's Mornings on the Seine series, with their hushed and delicate mood.

Η σειρά των πρωινών του Monet στον Σηκουάνα, με τη σιωπηλή και ευαίσθητη ατμόσφαιρά τους.

Someone in the hushed bar suddenly laughed raucously at how stupid everyone had become.

Κάποιος στο ήσυχο μπαρ ξαφνικά γέλασε δυνατά με το πόσο ανόητοι είχαν γίνει όλοι.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα