immersed

[ΗΠΑ]/ɪˈmɜːs/
[ΗΒ]/ɪˈmɜrst/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. βαθιά αφοσιωμένος ή απορροφημένος
v. να εμπλέκεται κανείς βαθιά σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή ενδιαφέρον

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

fully immersed

πλήρως βυθισμένος

immersed in

βυθισμένος σε

deeply immersed

βαθιά βυθισμένος

immersed environment

βυθισμένο περιβάλλον

immersed experience

βυθισμένη εμπειρία

immersed learning

βυθισμένη μάθηση

immersed culture

βυθισμένη κουλτούρα

immersed audience

βυθισμένο κοινό

immersed project

βυθισμένο έργο

immersed technology

βυθισμένη τεχνολογία

Παραδείγματα Προτάσεων

she was completely immersed in her book.

ήταν εντελώς βυθισμένη στο βιβλίο της.

he felt immersed in the music during the concert.

αισθανόταν βυθισμένος στη μουσική κατά τη διάρκεια της συναυλίας.

they became immersed in the culture while traveling abroad.

γέγονε βυθισμένοι στον πολιτισμό ενώ ταξίδευαν στο εξωτερικό.

the students were immersed in their studies before the exam.

οι μαθητές ήταν βυθισμένοι στις σπουδές τους πριν από την εξέταση.

she was immersed in her thoughts during the meeting.

ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

he immersed himself in the project to meet the deadline.

βυθίστηκε στο έργο για να τηρήσει την προθεσμία.

the children were immersed in the game, forgetting the time.

τα παιδιά ήταν βυθισμένα στο παιχνίδι, ξεχνώντας την ώρα.

she loves to be immersed in nature during her hikes.

της αρέσει να βυθίζεται στη φύση κατά τη διάρκεια των πεζοποριών της.

he was immersed in the world of virtual reality.

ήταν βυθισμένος στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας.

they were immersed in conversation at the café.

ήταν βυθισμένοι σε συζήτηση στο καφέ.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα