immunosuppressants

[US]/[ˌɪmjuːnəˈsʌprəsənts]/
[UK]/[ˌɪmjuːnoʊˈsʌprəsənts]/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένα φάρμακο που μειώνει τη δύναμη του ανοσοποιητικού συστήματος. Μια ουσία που καταπραΰνει το ανοσοποιητικό σύστημα.

Phrases & Collocations

immunosuppressants side effects

παρεμποδισμός του ανοσοποιητικού συστήματος παρενέργειες

taking immunosuppressants

λήψη παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressant drugs

φάρμακα παρεμποδισμού του ανοσοποιητικού συστήματος

new immunosuppressants

νέοι παρεμποδιστικοί φάρμακοι του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressants risk

κίνδυνος παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressant use

χρήση παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressants dosage

δόση παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

avoid immunosuppressants

αποφυγή παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressants interactions

αλληλεπιδράσεις παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

immunosuppressants mechanism

μηχανισμός παρεμποδιστικών φαρμάκων του ανοσοποιητικού συστήματος

Example Sentences

patients taking immunosuppressants require regular blood tests.

Οι ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά χρειάζονται κανονικές αιματολογικές εξετάσεις.

the doctor prescribed immunosuppressants to prevent organ rejection.

Ο γιατρός συνταγογράφησε ανοσοκατασταλτικά για να αποφύγει την απόρριψη του οργάνου.

side effects of immunosuppressants can include increased risk of infection.

Παρενέργειες των ανοσοκατασταλτικών μπορεί να περιλαμβάνουν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων.

careful monitoring is essential when administering immunosuppressants.

Η προσεκτική παρακολούθηση είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της διανομής ανοσοκατασταλτικών.

immunosuppressants are often used after a kidney transplant.

Τα ανοσοκατασταλτικά χρησιμοποιούνται συχνά μετά από μεταμοσχεύσεις νεφρώνων.

the patient was started on a new course of immunosuppressants.

Ο ασθενής ξεκίνησε μια νέα θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά.

long-term use of immunosuppressants can weaken the immune system.

Η μακροχρόνια χρήση ανοσοκατασταλτικών μπορεί να αδυναντώσει το ανοσοποιητικό σύστημα.

dosage adjustments of immunosuppressants are common due to drug interactions.

Οι προσαρμογές των δόσεων των ανοσοκατασταλτικών είναι συνήθεις λόγω αλληλεπιδράσεων φαρμάκων.

the goal of immunosuppressants is to suppress the immune response.

Ο σκοπός των ανοσοκατασταλτικών είναι να κατασταλούν την ανοσολογική αντίδραση.

different types of immunosuppressants have varying mechanisms of action.

Διαφορετικοί τύποι ανοσοκατασταλτικών έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης.

immunosuppressants can increase susceptibility to opportunistic infections.

Τα ανοσοκατασταλτικά μπορεί να αυξήσουν την ευπεριττυντικότητα σε ευκαιριακές λοιμώξεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now