| Plural | inactivations |
Enzyme inactivation
Αφυδροποίηση ενζύμων
Cell inactivation
Αφυδροποίηση κυττάρων
Protein inactivation
Αφυδροποίηση πρωτεϊνών
Enzyme inactivation can occur at extreme temperatures.
Η απενεργοποίηση του ενζύμου μπορεί να συμβεί σε ακραίες θερμοκρασίες.
Protein inactivation is a common process in food preservation.
Η απενεργοποίηση των πρωτεϊνών είναι μια κοινή διαδικασία στη διατήρηση των τροφίμων.
The inactivation of certain genes can lead to disease.
Η απενεργοποίηση ορισμένων γονιδίων μπορεί να οδηγήσει σε ασθένεια.
UV light can cause the inactivation of bacteria.
Το υπεριώδες φως μπορεί να προκαλέσει την απενεργοποίηση των βακτηρίων.
Inactivation of the alarm system triggered the security breach.
Η απενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού προκάλεσε την παραβίαση της ασφάλειας.
Chemical inactivation of viruses is a key step in vaccine production.
Η χημική απενεργοποίηση των ιών είναι ένα κρίσιμο βήμα στην παραγωγή εμβολίων.
The inactivation of the account was due to suspicious activity.
Η απενεργοποίηση του λογαριασμού οφειλόταν σε ύποπτη δραστηριότητα.
Heat treatment can lead to the inactivation of harmful microorganisms.
Η θερμική επεξεργασία μπορεί να οδηγήσει στην απενεργοποίηση των επιβλαβών μικροοργανισμών.
Inactivation of the safety feature caused the malfunction of the machine.
Η απενεργοποίηση της λειτουργίας ασφαλείας προκάλεσε τη δυσλειτουργία του μηχανήματος.
The inactivation of the virus was confirmed by laboratory tests.
Η απενεργοποίηση του ιού επιβεβαιώθηκε από εργαστηριακές εξετάσεις.
Enzyme inactivation
Αφυδροποίηση ενζύμων
Cell inactivation
Αφυδροποίηση κυττάρων
Protein inactivation
Αφυδροποίηση πρωτεϊνών
Enzyme inactivation can occur at extreme temperatures.
Η απενεργοποίηση του ενζύμου μπορεί να συμβεί σε ακραίες θερμοκρασίες.
Protein inactivation is a common process in food preservation.
Η απενεργοποίηση των πρωτεϊνών είναι μια κοινή διαδικασία στη διατήρηση των τροφίμων.
The inactivation of certain genes can lead to disease.
Η απενεργοποίηση ορισμένων γονιδίων μπορεί να οδηγήσει σε ασθένεια.
UV light can cause the inactivation of bacteria.
Το υπεριώδες φως μπορεί να προκαλέσει την απενεργοποίηση των βακτηρίων.
Inactivation of the alarm system triggered the security breach.
Η απενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού προκάλεσε την παραβίαση της ασφάλειας.
Chemical inactivation of viruses is a key step in vaccine production.
Η χημική απενεργοποίηση των ιών είναι ένα κρίσιμο βήμα στην παραγωγή εμβολίων.
The inactivation of the account was due to suspicious activity.
Η απενεργοποίηση του λογαριασμού οφειλόταν σε ύποπτη δραστηριότητα.
Heat treatment can lead to the inactivation of harmful microorganisms.
Η θερμική επεξεργασία μπορεί να οδηγήσει στην απενεργοποίηση των επιβλαβών μικροοργανισμών.
Inactivation of the safety feature caused the malfunction of the machine.
Η απενεργοποίηση της λειτουργίας ασφαλείας προκάλεσε τη δυσλειτουργία του μηχανήματος.
The inactivation of the virus was confirmed by laboratory tests.
Η απενεργοποίηση του ιού επιβεβαιώθηκε από εργαστηριακές εξετάσεις.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now