indulgent

[ΗΠΑ]/ɪnˈdʌldʒənt/
[ΗΒ]/ɪnˈdʌldʒənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

be indulgent to sb.

a self-indulgent pursuit of pleasure

a self-indulgent extra hour of sleep.

a slightly adolescent, indulgent account of a love affair.

he dismissed the novel as self-indulgent twaddle.

He was an indulgent father,ever ready to provide new clothes.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα