ineptly

[US]/i'neptli/
Frequency: Very High

Translation

adv. άγευστος; χωρίς δεξιότητα.

Example Sentences

He ineptly tried to fix the broken sink.

Έκανε ανίκανο προσπάθεια να επισκευάσει το χαλασμένο νεροχύτη.

She ineptly handled the delicate situation.

Αντιμετώπισε ανίκανα την ευαίσθητη κατάσταση.

The chef ineptly prepared the dish, resulting in a disappointing meal.

Ο σεφ ετοίμασε ανίκανα το πιάτο, με αποτέλεσμα ένα απογοητευτικό γεύμα.

He ineptly attempted to play the guitar but failed miserably.

Έκανε ανίκανη προσπάθεια να παίξει κιθάρα αλλά απέτυχε τραγικά.

She ineptly tried to sew a button back on her shirt.

Έκανε ανίκανη προσπάθεια να ράψει ξανά ένα κουμπί στο πουκάμισό της.

The student ineptly answered the exam questions, resulting in a low grade.

Ο μαθητής απάντησε ανίκανα στις ερωτήσεις της εξέτασης, με αποτέλεσμα χαμηλό βαθμό.

He ineptly juggled the balls and dropped them all.

Έκανε ανίκανα ζουγκλίσματα με τις μπάλες και τις άφησε όλες να πέσουν.

She ineptly applied makeup, resulting in a clown-like appearance.

Εφαρμόστηκε ανίκανα το μακιγιάζ, με αποτέλεσμα μια εμφάνιση σαν κλόουν.

The politician ineptly handled the press conference, leading to public criticism.

Ο πολιτικός διαχειρίστηκε ανίκανα τη συνέντευξη τύπου, οδηγώντας σε δημόσια κριτική.

He ineptly tried to fix the leaky faucet but only made it worse.

Έκανε ανίκανη προσπάθεια να επισκευάσει τη διαρροή του βρύση αλλά το έκανε χειρότερο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now