The distribution of resources was deemed inequitable by the committee.
Η διανομή των πόρων κρίθηκε ως άδικη από την επιτροπή.
She filed a complaint about the inequitable treatment of employees.
Κατέθεσε καταγγελία σχετικά με την άδικη μεταχείριση των εργαζομένων.
The inequitable pay gap between men and women is a major issue.
Το άδικο μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι ένα σημαντικό ζήτημα.
The company faced criticism for its inequitable hiring practices.
Η εταιρεία αντιμετώπισε κριτική για τις άδικες πρακτικές πρόσληψης.
The inequitable distribution of wealth has led to social unrest.
Η άδικη κατανομή του πλούτου έχει οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή.
The inequitable treatment of minority groups must be addressed.
Η άδικη μεταχείριση των μειονοτήτων πρέπει να αντιμετωπιστεί.
The government promised to address inequitable access to healthcare services.
Η κυβέρνηση υποσχέθηκε να αντιμετωπίσει την άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.
The inequitable taxation system has sparked public outrage.
Το άδικο φορολογικό σύστημα προκάλεσε δημόσια αγανάκτηση.
Efforts are being made to rectify the inequitable distribution of educational resources.
Γίνονται προσπάθειες για την διόρθωση της άδικης κατανομής των εκπαιδευτικών πόρων.
The organization advocates for policies that promote equitable opportunities and combat inequitable practices.
Ο οργανισμός υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν ίσες ευκαιρίες και καταπολεμούν τις άδικες πρακτικές.
The distribution of resources was deemed inequitable by the committee.
Η διανομή των πόρων κρίθηκε ως άδικη από την επιτροπή.
She filed a complaint about the inequitable treatment of employees.
Κατέθεσε καταγγελία σχετικά με την άδικη μεταχείριση των εργαζομένων.
The inequitable pay gap between men and women is a major issue.
Το άδικο μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι ένα σημαντικό ζήτημα.
The company faced criticism for its inequitable hiring practices.
Η εταιρεία αντιμετώπισε κριτική για τις άδικες πρακτικές πρόσληψης.
The inequitable distribution of wealth has led to social unrest.
Η άδικη κατανομή του πλούτου έχει οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή.
The inequitable treatment of minority groups must be addressed.
Η άδικη μεταχείριση των μειονοτήτων πρέπει να αντιμετωπιστεί.
The government promised to address inequitable access to healthcare services.
Η κυβέρνηση υποσχέθηκε να αντιμετωπίσει την άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.
The inequitable taxation system has sparked public outrage.
Το άδικο φορολογικό σύστημα προκάλεσε δημόσια αγανάκτηση.
Efforts are being made to rectify the inequitable distribution of educational resources.
Γίνονται προσπάθειες για την διόρθωση της άδικης κατανομής των εκπαιδευτικών πόρων.
The organization advocates for policies that promote equitable opportunities and combat inequitable practices.
Ο οργανισμός υποστηρίζει πολιτικές που προάγουν ίσες ευκαιρίες και καταπολεμούν τις άδικες πρακτικές.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα