insect-eating

[US]/[ˈɪnˌsɛkt ˈiːtɪŋ]/
[UK]/[ˈɪnˌsɛkt ˈiːtɪŋ]/
Frequency: Very High

Translation

adj. τροφοδοτούμενο από εντομάκια; σχετικό με ή χαρακτηριστικό των ζώων που τρώνε εντομάκια
n. Ένα ζώο που τρώει εντομάκια.

Phrases & Collocations

insect-eating birds

που τρέφονται με εντομάρια

insect-eating plants

φυτά που τρέφονται με εντομάρια

being insect-eating

να τρέφεται με εντομάρια

insect-eating spider

αράχνη που τρέφεται με εντομάρια

insect-eating lifestyle

τρόπος ζωής που βασίζεται στην τροφή από εντομάρια

insect-eating habits

συνήθειες τροφής με εντομάρια

insect-eating frog

βατραχός που τρέφεται με εντομάρια

insect-eating larvae

προνύμφες που τρέφονται με εντομάρια

insect-eating diet

διατροφή με εντομάρια

insect-eating niche

ειδικός ρόλος που βασίζεται στην τροφή από εντομάρια

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now