instinctual

[ΗΠΑ]/inˈstiŋktʃuəl/
[ΗΒ]/ɪn'stɪŋktʃuəl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

instinctual fear of danger

instinctual drive for self-preservation

instinctual desire for social interaction

instinctual need for food and shelter

instinctual ability to recognize danger

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα