intolerant

[ΗΠΑ]/ɪn'tɒl(ə)r(ə)nt/
[ΗΒ]/ɪn'tɑlərənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ανίκανος να ανεχθεί· στενόμυαλος

Παραδείγματα Προτάσεων

he was intolerant of ignorance.

ήταν ανυπόμονος με την άγνοια.

The manager is intolerant of fools.

Ο διευθυντής είναι ανυπόμονος με τους ηλίθιους.

plants intolerant of shade

φυτά που δεν αντέχουν το σκιά.

a man who is intolerant of opposition

ένας άντρας που δεν αντέχει την αντιπολίτευση.

They are deeply intolerant of all opposition.

Είναι βαθιά ανεκτικοί προς κάθε αντιπολίτευση.

intolerant of other people’s views

ανυπόμονος με τις απόψεις των άλλων.

she was intolerant and contemptuous of the majority of the human race.

Ήταν ανυπόμονη και περιφρονητική απέναντι στην πλειονότητα της ανθρωπότητας.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα