irked

[US]/ɜːkt/
[UK]/ɜrkt/
Frequency: Very High

Translation

v. έκανε κάποιον απορριπτικό ή ενοχλημένο

Phrases & Collocations

irked at

καταντησμένος από

irked by

καταντησμένος από

irked over

καταντησμένος για

irked me

με καταντησμό μου

irked him

με καταντησμό του

irked she

με καταντησμό της

irked us

με καταντησμό μας

irked them

με καταντησμό τους

irked everyone

με καταντησμό όλους

irked quickly

καταντησμένος γρήγορα

Example Sentences

she was irked by his constant interruptions during the meeting.

Η ένταση της ήταν από τις συνεχείς διακοπές του κατά τη συνάντηση.

his tardiness really irked the entire team.

Η καθυστέρησή του έκανε πραγματικά να ένταση όλη την ομάδα.

the noise from the construction site irked the residents.

Ο θόρυβος από το χώρο κατασκευής έκανε να ένταση τους κατοίκους.

she was irked when her coworker took credit for her work.

Η ένταση της ήταν όταν ο συνάδελφός της πήρε πίστη για τη δουλειά της.

his comments about her outfit irked her deeply.

Τα σχόλιά του για την ενδυματική της εμφάνιση την έκαναν να ένταση βαθιά.

being ignored in the conversation irked him.

Να τον αγνοούν στη συνομιλία τον έκανε να ένταση.

she felt irked by the lack of communication from the management.

Η ένταση της ήταν από την έλλειψη επικοινωνίας από τη διοίκηση.

the delay in the project irked all the stakeholders involved.

Η καθυστέρηση στο έργο έκανε να ένταση όλους τους εμπλεκόμενους συμφέροντες.

his habit of leaving dirty dishes in the sink irked his roommates.

Η συνήθεια του να αφήνει βρώμικα πιάτα στο πλυντήριο τον έκανε να ένταση τους συμειστώντες.

she was irked by the constant buzzing of her phone.

Η ένταση της ήταν από τη συνεχή ηχητική εντός του τηλεφώνου της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now