irremediably lost
αναπόφευκτα χαμένο
irremediably damaged
αναπόφευκτα ζημιωμένο
irremediably broken
αναπόφευκτα σπασμένο
irremediably flawed
αναπόφευκτα ελαττωματικό
irremediably altered
αναπόφευκτα τροποποιημένο
irremediably wrong
αναπόφευκτα λανθασμένο
irremediably affected
αναπόφευκτα επηρεασμένο
irremediably damaged goods
αναπόφευκτα ζημιωμένα προϊόντα
irremediably compromised
αναπόφευκτα υποβαθμισμένο
irremediably lost cause
αναπόφευκτα χαμένη προσπάθεια
his trust in her was irremediably broken.
η εμπιστοσύνη του στην είχε αποτυπωθεί αναπόσπαστα.
the situation had become irremediably complicated.
η κατάσταση είχε γίνει αναπόσπαστα πολύπλοκη.
her mistakes were irremediably damaging to the project.
τα λάθη της ήταν αναπόσπαστα ζημιογόνα για το έργο.
they felt irremediably lost in the vast city.
νόμιζαν ότι ήταν αναπόσπαστα χαμένοι στην πολυπλοκή πόλη.
his reputation was irremediably tarnished after the scandal.
η φήμη του είχε αναπόσπαστα χαστούκια μετά το σκάνδαλο.
the relationship ended irremediably after the argument.
η σχέση τελείωσε αναπόσπαστα μετά τη συνομιλία.
she realized that some scars are irremediably permanent.
είδε ότι κάποιες παλιές τραύματα είναι αναπόσπαστα μόνιμα.
his actions had irremediably altered their friendship.
τα πράγματα του είχαν αναπόσπαστα αλλάξει τη φιλία τους.
the damage to the environment is irremediably severe.
το βλάβη στο περιβάλλον είναι αναπόσπαστα σοβαρή.
they felt irremediably trapped in their current situation.
νόμιζαν ότι ήταν αναπόσπαστα παγιδευμένοι στην τρέχουσα κατάσταση.
irremediably lost
αναπόφευκτα χαμένο
irremediably damaged
αναπόφευκτα ζημιωμένο
irremediably broken
αναπόφευκτα σπασμένο
irremediably flawed
αναπόφευκτα ελαττωματικό
irremediably altered
αναπόφευκτα τροποποιημένο
irremediably wrong
αναπόφευκτα λανθασμένο
irremediably affected
αναπόφευκτα επηρεασμένο
irremediably damaged goods
αναπόφευκτα ζημιωμένα προϊόντα
irremediably compromised
αναπόφευκτα υποβαθμισμένο
irremediably lost cause
αναπόφευκτα χαμένη προσπάθεια
his trust in her was irremediably broken.
η εμπιστοσύνη του στην είχε αποτυπωθεί αναπόσπαστα.
the situation had become irremediably complicated.
η κατάσταση είχε γίνει αναπόσπαστα πολύπλοκη.
her mistakes were irremediably damaging to the project.
τα λάθη της ήταν αναπόσπαστα ζημιογόνα για το έργο.
they felt irremediably lost in the vast city.
νόμιζαν ότι ήταν αναπόσπαστα χαμένοι στην πολυπλοκή πόλη.
his reputation was irremediably tarnished after the scandal.
η φήμη του είχε αναπόσπαστα χαστούκια μετά το σκάνδαλο.
the relationship ended irremediably after the argument.
η σχέση τελείωσε αναπόσπαστα μετά τη συνομιλία.
she realized that some scars are irremediably permanent.
είδε ότι κάποιες παλιές τραύματα είναι αναπόσπαστα μόνιμα.
his actions had irremediably altered their friendship.
τα πράγματα του είχαν αναπόσπαστα αλλάξει τη φιλία τους.
the damage to the environment is irremediably severe.
το βλάβη στο περιβάλλον είναι αναπόσπαστα σοβαρή.
they felt irremediably trapped in their current situation.
νόμιζαν ότι ήταν αναπόσπαστα παγιδευμένοι στην τρέχουσα κατάσταση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now