jalapeno

[US]/ˌhæləˈpeɪnəʊ/
[UK]/ˌhɑːləˈpeɪnoʊ/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένα είδος μεσαίου πιπεριού πιπεριού, συχνά χρησιμοποιούμενο στη μεξικανική κουζίνα.
Word Forms

Phrases & Collocations

jalapeno popper

πιπιλαλίτσα ποππερ

jalapeno salsa

σαλσα πιπιλαλίτσας

jalapeno cheddar

τυρί cheddar με πιπιλαλίτσα

jalapeno burger

μπουργκερ με πιπιλαλίτσα

jalapeno dip

σαλάτα πιπιλαλίτσας

jalapeno sauce

σοσίκι πιπιλαλίτσας

jalapeno fries

φρυγάνια με πιπιλαλίτσα

jalapeno wings

πτέρυγες με πιπιλαλίτσα

jalapeno relish

σαλάτα πιπιλαλίτσας

jalapeno pizza

πίτα με πιπιλαλίτσα

Example Sentences

she loves adding jalapeno to her tacos for extra heat.

αγαπάει να προσθέτει τσιλιένιο στα τακούνια της για περισσότερη πικανιά.

jalapeno poppers are a popular appetizer at parties.

τα φουσκωμένα τσιλιένια είναι ένα δημοφιλές ανοιχτόρουφο σε γιορτές.

he made a spicy salsa with fresh jalapeno.

φτιάχνει ένα πικάντικο σαλσά με νεό τσιλιένιο.

adding jalapeno to the chili gave it a nice kick.

η προσθήκη τσιλιένιου στο χιλιανό του έδωσε ένα χαρακτηριστικό πικαντικό.

she prefers her pizza with jalapeno and olives.

προτιμά το πίτσα της με τσιλιένιο και αγγούρια.

the recipe calls for diced jalapeno for flavor.

η συνταγή απαιτεί κομματισμένο τσιλιένιο για γεύση.

he enjoys jalapeno-infused drinks during summer.

απολαμβάνει ποτά με τσιλιένιο κατά το καλοκαίρι.

they served jalapeno cornbread at the barbecue.

παρέχθηκε τσιλιένιο κορνμπρέιντ στο βαρμπικιούρ.

jalapeno jelly is a unique spread for sandwiches.

το τσιλιένιο γέλο είναι μια μοναδική προσθήκη σε σανδουίτς.

she has a talent for growing jalapeno peppers in her garden.

έχει ταλέντο στην καλλιέργεια τσιλιένιων πιπεριών στο κήπο της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now