jeered

[US]/dʒɪəd/
[UK]/dʒɪrd/
Frequency: Very High

Translation

v. να γελάσει κάποιον με απάντηση ή αποκαλυπτικά τρόπο

Phrases & Collocations

jeered loudly

καταγγέλθηκε θόρυβος

jeered at

καταγγέλθηκε προς

jeered mockingly

καταγγέλθηκε με ασέβεια

jeered cruelly

καταγγέλθηκε σκληρά

jeered together

καταγγέλθηκε μαζί

jeered incessantly

καταγγέλθηκε συνεχώς

jeered openly

καταγγέλθηκε ανοιχτά

jeered scornfully

καταγγέλθηκε με απάνθρωπο τρόπο

jeered relentlessly

καταγγέλθηκε χωρίς συρροή

Example Sentences

the crowd jeered at the losing team.

Ο πολύς πληθυσμός παραστάτης στον τελευταίο τρόπο.

he jeered at her poor performance.

Εκείνος παραστάτης στην κακή της εμφάνιση.

they jeered when he stumbled on stage.

Εκείνοι παραστάτης όταν προσπάθησε να περπατήσει στη σκηνή.

students jeered at the teacher's mistake.

Οι φοιτητές παραστάτης στο λάθος του δασκάλου.

she jeered at his attempts to impress her.

Εκείνη παραστάτης στις προσπάθειές του να την πείσει.

the audience jeered during the dull speech.

Ο ακροατής παραστάτης κατά την αδιάφορη ομιλία.

he jeered, mocking his friend's new haircut.

Εκείνος παραστάτης, αστειεύτηκε για το νέο τρίχωμα του φίλου του.

they jeered loudly, showing their disapproval.

Εκείνοι παραστάτης θόρυβος, δείχνοντας την απόρριψή τους.

she jeered at the idea of joining the club.

Εκείνη παραστάτης στην ιδέα να ενταχθεί στο κλαμπ.

fans jeered at the referee's controversial call.

Οι φιλάθλοι παραστάτης στην αμφισβητούμενη κλήση του διαιτητή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now