jeopardy

[ΗΠΑ]/ˈdʒepədi/
[ΗΒ]/ˈdʒepərdi/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. κίνδυνος· μια επικίνδυνη κατάσταση όπου κάποιος διατρέχει τον κίνδυνο καταδίκης ή τιμωρίας.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

in jeopardy

σε κίνδυνο

face jeopardy

αντιμετωπίζω κίνδυνο

financial jeopardy

οικονομικός κίνδυνος

avoid jeopardy

αποφεύγω τον κίνδυνο

double jeopardy

διπλό κίνδυνο

Παραδείγματα Προτάσεων

the whole peace process is in jeopardy .

Η ολόκληρη διαδικασία ειρήνης κινδυνεύει.

be in jeopardy of one's life

να κινδυνεύει η ζωή κανενός.

he is in double jeopardy , unable to speak either language adequately.

Είναι σε διπλό κίνδυνο, ανίκανος να μιλήσει επαρκώς καμία από τις δύο γλώσσες.

put someone's life in jeopardy

να θέσει τη ζωή κάποιου σε κίνδυνο.

jeopardy of losing their jobs

κίνδυνος απώλειας των θέσεων εργασίας τους.

jeopardy of being caught

κίνδυνος να συλληφθούν.

jeopardy to national security

κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια.

avoid putting yourself in jeopardy

αποφύγετε να θέσετε τον εαυτό σας σε κίνδυνο.

jeopardy of failing the exam

κίνδυνος αποτυχίας στην εξέταση.

jeopardy to public health

κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.

in jeopardy of extinction

σε κίνδυνο εξαφάνισης.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα