jilting

[US]/dʒɪltɪŋ/
[UK]/dʒɪltɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να αποτρέπετε ή να απορρίπτετε έναν εραστή

Phrases & Collocations

jilting someone

παράδοση κάποιου

fear of jilting

φόβος παράδοσης

jilting effects

αποτελέσματα παράδοσης

jilting story

ιστορία παράδοσης

jilting experience

εμπειρία παράδοσης

jilting someone else

παράδοση κάποιου άλλου

jilting in love

παράδοση στην αγάπη

jilting behavior

συμπεριφορά παράδοσης

jilting consequences

συνέπειες παράδοσης

jilting pattern

μοτίβο παράδοσης

Example Sentences

she felt devastated after jilting her fiancé.

αισθήθηκε σοκαρισμένη μετά από το ότι την πρόδωσε το μελλοντικό της σύζυγος.

jilting someone can lead to emotional turmoil.

η προδία του κανενός μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική διαταραχή.

he was heartbroken after being jilted at the altar.

ήταν συγκλονισμένος μετά από το ότι τον πρόδωσαν στον αγάλμα.

jilting is often seen as a cruel act.

η προδία συχνά θεωρείται μια αδικαιολόγητη πράξη.

she regretted jilting her childhood sweetheart.

ένιωσε οδυνή για το ότι την πρόδωσε τον αγαπημένο της από την παιδική της ηλικία.

jilting can leave lasting scars on a person's heart.

η προδία μπορεί να αφήσει αιώνιες πληγές στο καρδιά ενός ανθρώπου.

he didn't expect to be jilted by someone he loved.

δεν περίμενε να τον προδώσει κάποιος που τον αγαπούσε.

jilting often happens when one partner feels trapped.

η προδία συχνά συμβαίνει όταν ένας σύντροφος νιώθει κλεισμένος.

they discussed the emotional impact of jilting.

συζήτησαν για τη συναισθηματική επίδραση της προδίας.

jilting is a painful experience for both parties.

η προδία είναι μια πονερή εμπειρία για και τις δύο πλευρές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now