joked

[US]/dʒoʊkt/
[UK]/dʒoʊkt/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συντονισμός του «to joke»; να αστειεύει ή να γελάει κάποιον; να λέει κάτι με παράδοξο ή χιουμοριστικό τρόπο

Phrases & Collocations

joked about

έκανε πλάκα για

joked around

έκανε πλάκα γύρω

joked off

έκανε πλάκα από

joked with

έκανε πλάκα με

joked back

έκανε πλάκα πίσω

joked easily

έκανε πλάκα εύκολα

joked lightly

έκανε πλάκα ελαφρά

joked heartily

έκανε πλάκα χαροποιημένα

joked frequently

έκανε πλάκα συχνά

joked nervously

έκανε πλάκα νευρικά

Example Sentences

he joked about the weather being too cold.

έκανε παρέμβαση για το ψυχρό καιρό.

she joked that she could run a marathon.

έκανε παρέμβαση ότι μπορούσε να τρέξει μια μαραθώνια διαδρομή.

they joked around during the meeting.

έκαναν παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

he joked with his friends about the movie.

έκανε παρέμβαση με τους φίλους του για το ταινία.

she joked that she would never eat vegetables.

έκανε παρέμβαση ότι δεν θα έτρωγε ποτέ λαχανικά.

we joked about our plans for the weekend.

έκαναμε παρεμβάσεις για τα σχέδιά μας για το Σαββατοκύριακο.

he joked that he was the best chef.

έκανε παρέμβαση ότι είναι ο καλύτερος παγωτοποιός.

they joked about their childhood memories.

έκαναν παρεμβάσεις για τις παιδικές τους μνήμες.

she joked that she could sing better than anyone.

έκανε παρέμβαση ότι μπορεί να τραγουδήσει καλύτερα από όλους.

he joked about his forgetfulness.

έκανε παρέμβαση για την αμνησία του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now