| Plural | kinships |
they felt a kinship with architects.
νόστισαν συνδέσεις με αρχιτέκτονες.
the effects of family and kinship relations on the construction of sexed individuals.
τα αποτελέσματα των οικογενειακών και συγγενικών σχέσεων στην κατασκευή των ξεχωριστών ατόμων ανάλογα με το φύλο.
This new institution of monarchy required the invention of a new legitimation of authority beyond the tribal justification of chieftainship based on concepts of kinship and responsibility.
Α αυτό το νέο θεστικό του μονάρχη απαιτούσε την εφεύρεση μιας νέας νομιμοποίησης της εξουσίας πέρα από τη φυλετική δικαιολόγηση του αρχηγισμού που βασίζεται σε έννοιες συγγένειας και ευθύνης.
deep sense of kinship
βαθύς αισθητικός σύνδεσμος συγγενικής σχέσης
they felt a kinship with architects.
νόστισαν συνδέσεις με αρχιτέκτονες.
the effects of family and kinship relations on the construction of sexed individuals.
τα αποτελέσματα των οικογενειακών και συγγενικών σχέσεων στην κατασκευή των ξεχωριστών ατόμων ανάλογα με το φύλο.
This new institution of monarchy required the invention of a new legitimation of authority beyond the tribal justification of chieftainship based on concepts of kinship and responsibility.
Α αυτό το νέο θεστικό του μονάρχη απαιτούσε την εφεύρεση μιας νέας νομιμοποίησης της εξουσίας πέρα από τη φυλετική δικαιολόγηση του αρχηγισμού που βασίζεται σε έννοιες συγγένειας και ευθύνης.
deep sense of kinship
βαθύς αισθητικός σύνδεσμος συγγενικής σχέσης
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now