kiosks

[US]/ˈkiːɒsks/
[UK]/ˈkiˌɑsks/
Frequency: Very High

Translation

n. μικρές δομές που χρησιμοποιούνται για την πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών; τηλεφωνικοί κιόσκι; σχέδια για μικρά καταστήματα ή παραθύρια; ειδοποιητήρια ή τηλεφωνικά κιόσκια

Phrases & Collocations

information kiosks

πληροφοριακά κιόσκα

self-service kiosks

αυτόματα κιόσκα

interactive kiosks

αλληλεπιδραστικά κιόσκα

ticket kiosks

κιόσκα εισιτηρίων

kiosks locations

τοποθεσίες κιοσκών

payment kiosks

κιόσκα πληρωμής

kiosks services

υπηρεσίες κιοσκών

kiosks network

δίκτυο κιοσκών

kiosks design

σχεδιασμός κιοσκών

kiosks management

διαχείριση κιοσκών

Example Sentences

there are many kiosks in the shopping mall.

Υπάρχουν πολλά κιόσκια στο καταστήματα.

she bought a drink from one of the kiosks.

Αγόρασε ένα ποτό από ένα από τα κιόσκια.

the information kiosks provide helpful tourist guides.

Τα κιόσκια πληροφοριών παρέχουν χρήσιμα οδηγίες τουρισμού.

we set up kiosks for the event to sell merchandise.

Εγκαταστήσαμε κιόσκια για το γεγονός για να πουλήσουμε εμπορεύματα.

many kiosks offer food and drinks at the festival.

Πολλά κιόσκια προσφέρουν τρόφιμα και ποτά στο φεστιβάλ.

these kiosks are convenient for quick purchases.

Αυτά τα κιόσκια είναι βολικά για γρήγορες αγορές.

he works at one of the kiosks in the park.

Εργάζεται σε ένα από τα κιόσκια στο πάρκο.

they installed new kiosks for ticket sales at the entrance.

Εγκαταστήσανε νέα κιόσκια για την πώληση εισιτηρίων στην είσοδο.

tourists often rely on kiosks for local information.

Οι τουρίστες αξιοποιούν συχνά τα κιόσκια για τοπικές πληροφορίες.

the kiosks were busy during the lunch hour.

Τα κιόσκια ήταν απασχολημένα κατά τη διάρκεια της ώρας του μεσημεριανού γεύματος.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now