kissed

[US]/[kɪst]/
[UK]/[kɪst]/
Frequency: Very High

Translation

v. (παρατακτική του κις) Να πιέσει κάποιος τα χείλια του εναντίον κάποιου ή κάτις ως σημάδι αγάπης, χαιρετισμού ή εκτίμησης. Να δείξει αγάπη ή επιθυμία. Να χαιρετήσει κάποιον με ένα φιλί. Να αγγίξει κάτι με τα χείλια.

Phrases & Collocations

kissed her

την φίλησε

kissed goodbye

της φίλησε αντίο

kissed him

τον φίλησε

being kissed

να τον φιληθεί

kissed the ring

φίλησε τον ρing

kissed awake

τον φίλησε για να ξυπνήσει

kissed lightly

τον φίλησε ελαφρά

kissed goodnight

της φίλησε τον καληνύχτα

kissed my hand

φίλησε το χέρι μου

kissed the baby

φίλησε το μωρό

Example Sentences

she kissed him gently on the cheek.

Της φίλησε απαλά στο πρόσωπο.

the baby kissed his mother's hand.

Το μωρό φίλησε το χέρι της μητέρας του.

he kissed and made up with his girlfriend.

Φίλησε και έκανε ειρήνη με την αγαπημένη του.

my dog kissed my face with sloppy enthusiasm.

Το σκυλί μου φίλησε το πρόσωπό μου με αντιμετωπιστική θέρμη.

she kissed the lucky charm for good luck.

Φίλησε το τυχηφέρων αντικείμενο για την τύχη.

he kissed me goodbye at the station.

Φίλησε τον εαυτό μου αντίο από τη στάση.

the girl kissed her pet rabbit.

Η κοπέλα φίλησε τον προσωπικό της κουνελάκι.

they kissed passionately under the moonlight.

Φίλησαν έντονα υπό το φεγγάρι.

he kissed her on the forehead affectionately.

Φίλησε την αγαπητά στη μέση του προσώπου.

she kissed the ground after winning the race.

Φίλησε το έδαφος μετά τη νίκη της στην αγώνα.

the child kissed his teddy bear goodnight.

Το παιδί φίλησε τον κουνελάκι του για τα καλά νύχτα.

he kissed and told her he loved her.

Φίλησε και της είπε ότι την αγαπούσε.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now