lacerates

[US]/ˈlæs.ə.reɪts/
[UK]/ˈlæs.ə.reɪts/
Frequency: Very High

Translation

v. κλάματα ή τραύματα (ιδιαίτερα του δέρματος); να προκαλέσει συναισθηματικό τραύμα

Phrases & Collocations

lacerates skin

τραυματίζει τους περισσότερους δέρματα

lacerates tissue

τραυματίζει τους περισσότερους ιστούς

lacerates flesh

τραυματίζει τους περισσότερους σάρκα

lacerates deeply

τραυματίζει βαθιά

lacerates easily

τραυματίζει εύκολα

lacerates rapidly

τραυματίζει γρήγορα

lacerates violently

τραυματίζει βίαια

lacerates the air

τραυματίζει τον αέρα

lacerates emotions

τραυματίζει τις συναισθήσεις

lacerates expectations

τραυματίζει τις προσδοκίες

Example Sentences

the sharp knife lacerates the meat effortlessly.

το ξιφούλι κοπανιάζει το κρέας χωρίς πρόβλημα.

the barbed wire lacerates anyone who tries to climb over it.

το πικρό συρματόπλεξμα κοπανιάζει όποιον προσπαθεί να περπατήσει πάνω του.

his words lacerate her heart deeply.

τα λόγια του κοπανιάζουν βαθιά το καρδιά της.

the storm lacerates the peaceful landscape.

το καταπρασιά κοπανιάζει το ήρεμο τοπίο.

she lacerates the fabric with her scissors.

κοπανιάζει το ύφασμα με τις ψαλίδες της.

the accident lacerates the calm of the neighborhood.

το δυστύχημα κοπανιάζει την ήρεμη ατμόσφαιρα της γειτονιάς.

the critic's review lacerates the artist's reputation.

η κριτική αξιολόγηση κοπανιάζει την προσωπικότητα του καλλιτεχνή.

he lacerates his own chances by procrastinating.

κοπανιάζει τις δικές του ευκαιρίες με την αναμονή.

the thorns lacerate her hands as she picks the roses.

τα ακάνθια κοπανιάζουν τα χέρια της ενώ παίρνει τα ρόδα.

the explosion lacerates the silence of the night.

η έκρηξη κοπανιάζει τη σιωπή της νύχτας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now