lacked

[ΗΠΑ]/lækt/
[ΗΒ]/lækt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να μην έχει ή να στερείται κάτι.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

lacked support

δεν είχε υποστήριξη

lacked clarity

δεν είχε σαφήνεια

lacked resources

δεν είχε πόρους

lacked evidence

δεν είχε αποδείξεις

lacked direction

δεν είχε κατεύθυνση

lacked motivation

δεν είχε κίνητρο

lacked experience

δεν είχε εμπειρία

lacked interest

δεν είχε ενδιαφέρον

lacked confidence

δεν είχε αυτοπεποίθηση

lacked time

δεν είχε χρόνο

Παραδείγματα Προτάσεων

she lacked the confidence to speak in public.

Δεν είχε την αυτοπεποίθηση να μιλήσει δημόσια.

the project lacked sufficient funding to continue.

Το έργο στερείτο επαρκούς χρηματοδότησης για να συνεχιστεί.

he felt that he lacked the necessary skills for the job.

Ένιωθε ότι δεν είχε τις απαραίτητες δεξιότητες για τη δουλειά.

the team lacked communication during the game.

Η ομάδα στερείτο επικοινωνίας κατά τη διάρκεια του αγώνα.

her explanation lacked clarity and detail.

Η εξήγησή της στερείτο σαφήνειας και λεπτομερειών.

the report lacked important data for analysis.

Η έκθεση στερείτο σημαντικών δεδομένων για ανάλυση.

he lacked motivation to complete the project.

Δεν είχε κίνητρο να ολοκληρώσει το έργο.

the recipe lacked flavor and needed more spices.

Η συνταγή στερείτο γεύσης και χρειαζόταν περισσότερα μπαχαρικά.

they lacked the experience to handle the situation.

Δεν είχαν την εμπειρία να χειριστούν την κατάσταση.

the book lacked a strong narrative structure.

Το βιβλίο στερείτο μιας ισχυρής αφηγηματικής δομής.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα