lassoing cattle
αγκυλωμα των βοοειδών
lassoing skills
τεχνικές αγκυλωματος
lassoing techniques
τεχνικές αγκυλωματος
lassoing practice
πρακτική αγκυλωματος
lassoing events
γεγονότα αγκυλωματος
lassoing demonstration
επίδειξη αγκυλωματος
lassoing competition
αγώνας αγκυλωματος
lassoing tricks
τρικ αγκυλωματος
lassoing horses
αγκυλωμα των ιππών
she is lassoing the wild horse with great skill.
εκείνη είναι να πιάνει το πανικοβλήτο άλογο με μεγάλη δεξιότητα.
the cowboy spent the afternoon lassoing cattle.
ο καζακός πέρασε την απόγευα πιάνοντας βοοειδή.
he enjoys lassoing during his weekends at the ranch.
τον αρέσει να πιάνει κατά τα Σαββατοκύριακα στο χωράφι.
lassoing is an essential skill for rodeo participants.
η πίαση είναι μια απαραίτητη δεξιότητα για τους συμμετέχοντες στο ρόντο.
they were lassoing balloons for the party decorations.
πιάνονταν μπαλόνια για την διακόσμηση της γιορτής.
the demonstration included lassoing techniques.
η απόδειξη περιελάμβανε τεχνικές πίασης.
he learned lassoing from his father at a young age.
τον μάθανε πίαση από τον πατέρα του από νεαρή ηλικία.
she practiced lassoing in the open field.
εκείνη πρακτικές πίασης στο ανοιχτό πεδίο.
they were lassoing the runaway sheep back to the pen.
πιάνονταν τα φυγάδικα πρόβατα πίσω στο κλουβί.
lassoing can be both a sport and a practical skill.
η πίαση μπορεί να είναι και ένα αθλητικό παιχνίδι και μια πρακτική δεξιότητα.
lassoing cattle
αγκυλωμα των βοοειδών
lassoing skills
τεχνικές αγκυλωματος
lassoing techniques
τεχνικές αγκυλωματος
lassoing practice
πρακτική αγκυλωματος
lassoing events
γεγονότα αγκυλωματος
lassoing demonstration
επίδειξη αγκυλωματος
lassoing competition
αγώνας αγκυλωματος
lassoing tricks
τρικ αγκυλωματος
lassoing horses
αγκυλωμα των ιππών
she is lassoing the wild horse with great skill.
εκείνη είναι να πιάνει το πανικοβλήτο άλογο με μεγάλη δεξιότητα.
the cowboy spent the afternoon lassoing cattle.
ο καζακός πέρασε την απόγευα πιάνοντας βοοειδή.
he enjoys lassoing during his weekends at the ranch.
τον αρέσει να πιάνει κατά τα Σαββατοκύριακα στο χωράφι.
lassoing is an essential skill for rodeo participants.
η πίαση είναι μια απαραίτητη δεξιότητα για τους συμμετέχοντες στο ρόντο.
they were lassoing balloons for the party decorations.
πιάνονταν μπαλόνια για την διακόσμηση της γιορτής.
the demonstration included lassoing techniques.
η απόδειξη περιελάμβανε τεχνικές πίασης.
he learned lassoing from his father at a young age.
τον μάθανε πίαση από τον πατέρα του από νεαρή ηλικία.
she practiced lassoing in the open field.
εκείνη πρακτικές πίασης στο ανοιχτό πεδίο.
they were lassoing the runaway sheep back to the pen.
πιάνονταν τα φυγάδικα πρόβατα πίσω στο κλουβί.
lassoing can be both a sport and a practical skill.
η πίαση μπορεί να είναι και ένα αθλητικό παιχνίδι και μια πρακτική δεξιότητα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now