lassoing

[US]/ˈlæsuːɪŋ/
[UK]/ˈlæsuːɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη της αιρέσεως ζώων με ένα λουπάκι; η παραγωγική μορφή του lasso
n. ένα σχοινί με βρόγχο που χρησιμοποιείται για την αιρέση ζώων

Phrases & Collocations

lassoing cattle

αγκυλωμα των βοοειδών

lassoing skills

τεχνικές αγκυλωματος

lassoing techniques

τεχνικές αγκυλωματος

lassoing practice

πρακτική αγκυλωματος

lassoing events

γεγονότα αγκυλωματος

lassoing demonstration

επίδειξη αγκυλωματος

lassoing competition

αγώνας αγκυλωματος

lassoing tricks

τρικ αγκυλωματος

lassoing horses

αγκυλωμα των ιππών

Example Sentences

she is lassoing the wild horse with great skill.

εκείνη είναι να πιάνει το πανικοβλήτο άλογο με μεγάλη δεξιότητα.

the cowboy spent the afternoon lassoing cattle.

ο καζακός πέρασε την απόγευα πιάνοντας βοοειδή.

he enjoys lassoing during his weekends at the ranch.

τον αρέσει να πιάνει κατά τα Σαββατοκύριακα στο χωράφι.

lassoing is an essential skill for rodeo participants.

η πίαση είναι μια απαραίτητη δεξιότητα για τους συμμετέχοντες στο ρόντο.

they were lassoing balloons for the party decorations.

πιάνονταν μπαλόνια για την διακόσμηση της γιορτής.

the demonstration included lassoing techniques.

η απόδειξη περιελάμβανε τεχνικές πίασης.

he learned lassoing from his father at a young age.

τον μάθανε πίαση από τον πατέρα του από νεαρή ηλικία.

she practiced lassoing in the open field.

εκείνη πρακτικές πίασης στο ανοιχτό πεδίο.

they were lassoing the runaway sheep back to the pen.

πιάνονταν τα φυγάδικα πρόβατα πίσω στο κλουβί.

lassoing can be both a sport and a practical skill.

η πίαση μπορεί να είναι και ένα αθλητικό παιχνίδι και μια πρακτική δεξιότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now