laughing

[ΗΠΑ]/'lɑːfɪŋ/
[ΗΒ]/'læfɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. αστείος· με χαμόγελο· σε ευτυχισμένη διάθεση
n. μια αντίδραση σε κάτι αστείο· ο ήχος διασκέδασης
v. να κάνεις τον ήχο και την έκφραση του προσώπου που υποδηλώνουν διασκέδαση
Word Forms
Present Participlelaughing

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

burst out laughing

ξέσπασε σε γέλια

laughing uncontrollably

ακατάστατο γέλιο

hysterical laughter

υστερικό γέλιο

laughing out loud

γελάω δυνατά

laughing matter

θέμα γέλιου

laughing stock

παιχνιδιάρικο θέμα

laughing gas

προιόν διασκέδασης

Παραδείγματα Προτάσεων

This is no laughing matter.

Δεν είναι θέμα γέλιου.

It's no laughing matter.

Δεν είναι θέμα γέλιου.

laughing fit to bust.

γελάει τόσο πολύ που θα σπάσει.

laughing fit to burst

γελάει τόσο πολύ που θα σπάσει.

I was laughing like crazy.

Γέλαγα σαν τρελός.

heavy snoring is no laughing matter.

το δυνατό ροχαλητό δεν είναι θέμα γέλιου.

They were laughing fit to burst.

Γέλαγαν τόσο πολύ που ήταν έτοιμοι να σπάσουν.

She was half laughing, half crying.

Γέλαγε μισογελάζοντας, μισοκλαίοντας.

Are you laughing at me?

Γελάς πάνω μου;

Trying to find a place to live is no laughing matter.

Η εύρεση ενός μέρους για να ζήσεις δεν είναι αστείο.

she was putting on an act and laughing a lot.

Έκανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα και γελούσε πολύ.

she couldn't help laughing at his jokes.

Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια της με τα αστεία του.

parrots laughing and chattering in the trees.

παπαγάλοι που γελούσαν και τσιριχάριζαν στα δέντρα.

voices laughing in the shadowlands of my recall.

Φωνές που γελούσαν στα σκοτεινά μέρη της μνήμης μου.

she had a sneaking suspicion that he was laughing at her.

Είχε την υποψία ότι γελούσε με το αστείο της.

Waylaid the beldame bawd, the niggard: Laughing tragedy.

Έπιασε στον δρόμο την ηλικιωμένη γυναίκα, την χοντρή και την τσιγκούνη: Γέλιο τραγωδίας.

burst out laughing; burst into tears.

Ξέσπασε σε γέλια· ξέσπασε σε κλάματα.

She could hardly resist laughing。

Σχεδόν δεν μπορούσε να αντισταθεί στα γέλια.

We were laughing about your brother.

Γελούσαμε για τον αδερφό σου.

He was laughing away to himself all the time.

Έκανε γέλια μόνος του όλη την ώρα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα