leads

[US]/[liːdz]/
[UK]/[liːdz]/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένα άτομο ή πράγμα που οδηγεί; ένας οδηγός. Η θέση να είναι στην πρώτη θέση. Ένδειξη ή υπόδειξη.
v. Να οδηγεί ή να διευθύνει; να προκαλεί να πάει εμπρός. Να είναι στην πρώτη θέση; να είναι πριν. Να παραγγέλλει ή να οδηγεί; να συνοδεύει.

Phrases & Collocations

leads to

οδηγεί σε

leads by

οδηγεί με

leads the way

οδηγεί τον τρόπο

leads to success

οδηγεί σε επιτυχία

leads from

οδηγεί από

leading role

καθοδηγητικό ρόλο

leads quickly

οδηγεί γρήγορα

leads effectively

οδηγεί αποτελεσματικά

leads significantly

οδηγεί σημαντικά

leads ultimately

οδηγεί τελικά

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now