leers at
ψευδόμενος προς
leers back
ψευδόμενος πίσω
leers away
ψευδόμενος μακριά
leers forward
ψευδόμενος προς τα εμπρός
leers off
ψευδόμενος από
leers down
ψευδόμενος προς τα κάτω
leers around
ψευδόμενος γύρω
leers up
ψευδόμενος προς τα πάνω
leers close
ψευδόμενος κοντά
leers out
ψευδόμενος έξω
he leers at her from across the room.
εκείνος τον βλέπει από την άλλη άκρη του δωματίου.
she felt uncomfortable when he leered at her.
αισθήθηκε άβολα όταν την κοιτούσε εκείνος.
don't leer at strangers; it's rude.
μην κοιτάζεις τους ξένους· είναι αισχρό.
the man leered suggestively at the woman.
ο άντρας την κοιτούσε ενδεικτικά.
she caught him leering at her outfit.
της πιάστηκε να την κοιτάζει την ενδυμασία της.
it's inappropriate to leer at someone in public.
είναι ακατάλληλο να κοιτάζεις κάποιον στη δημοσιότητα.
he couldn't help but leer at the beautiful painting.
δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να κοιτάξει την όμορφη ζωγραφική.
leering is often seen as a sign of disrespect.
ο κοιταξισμός συχνά θεωρείται συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον.
she noticed him leering at her during the meeting.
της προσεχτική τον επιβλέποντας την κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
leering at someone can make them feel unsafe.
ο κοιταξισμός σε κάποιον μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς.
leers at
ψευδόμενος προς
leers back
ψευδόμενος πίσω
leers away
ψευδόμενος μακριά
leers forward
ψευδόμενος προς τα εμπρός
leers off
ψευδόμενος από
leers down
ψευδόμενος προς τα κάτω
leers around
ψευδόμενος γύρω
leers up
ψευδόμενος προς τα πάνω
leers close
ψευδόμενος κοντά
leers out
ψευδόμενος έξω
he leers at her from across the room.
εκείνος τον βλέπει από την άλλη άκρη του δωματίου.
she felt uncomfortable when he leered at her.
αισθήθηκε άβολα όταν την κοιτούσε εκείνος.
don't leer at strangers; it's rude.
μην κοιτάζεις τους ξένους· είναι αισχρό.
the man leered suggestively at the woman.
ο άντρας την κοιτούσε ενδεικτικά.
she caught him leering at her outfit.
της πιάστηκε να την κοιτάζει την ενδυμασία της.
it's inappropriate to leer at someone in public.
είναι ακατάλληλο να κοιτάζεις κάποιον στη δημοσιότητα.
he couldn't help but leer at the beautiful painting.
δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να κοιτάξει την όμορφη ζωγραφική.
leering is often seen as a sign of disrespect.
ο κοιταξισμός συχνά θεωρείται συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον.
she noticed him leering at her during the meeting.
της προσεχτική τον επιβλέποντας την κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
leering at someone can make them feel unsafe.
ο κοιταξισμός σε κάποιον μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now