legitimated

[US]/lɪˈdʒɪtɪmeɪtɪd/
[UK]/lɪˈdʒɪtɪmeɪtɪd/
Frequency: Very High

Translation

v. η προσδιοριστική και προσδιοριστική μορφή του legitimate

Phrases & Collocations

legitimated status

επαληθευμένη κατάσταση

legitimated authority

επαληθευμένη αρχή

legitimated process

επαληθευμένη διαδικασία

legitimated rights

επαληθευμένα δικαιώματα

legitimated claims

επαληθευμένες διεκδικήσεις

legitimated action

επαληθευμένη ενέργεια

legitimated identity

επαληθευμένη ταυτότητα

legitimated relationship

επαληθευμένη σχέση

legitimated framework

επαληθευμένο πλαίσιο

legitimated entity

επαληθευμένο όντα

Example Sentences

his actions were legitimated by the new law.

τα πράγματα του εγκαταστάθηκαν από το νέο νόμο.

the committee legitimated the proposal after much debate.

το συμβούλιο εγκαταστάθηκε την πρόταση μετά από μακρά συζήτηση.

they sought to have their relationship legitimated through marriage.

ζητούσαν να εγκατασταθεί η σχέση τους μέσω γάμου.

the organization was legitimated by government endorsement.

η οργάνωση εγκαταστάθηκε από την υπογραφή της κυβέρνησης.

her research was legitimated by peer review.

η έρευνά της εγκαταστάθηκε από την ανασκόπηση των συναδέλφων.

legitimated authority is essential for effective governance.

η εγκαταστημένη αρχή είναι απαραίτητη για αποτελεσματική διακυβέρνηση.

he felt that his contributions were finally legitimated.

νιώθει ότι τα συνεισφορές του έχουν τελικά εγκατασταθεί.

legitimated practices often become standard in society.

τα εγκαταστημένα πρακτικές συχνά γίνονται πρότυπο στην κοινωνία.

they worked hard to get their status legitimated.

εργάστηκαν σκληρά για να εγκατασταθεί η θέση τους.

legitimated norms guide behavior in many cultures.

τα εγκαταστημένα πρότυπα οδηγούν τη συμπεριφορά σε πολλές πολιτισμούς.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now