legitimized authority
δικαιολογημένη αρχή
legitimized status
δικαιολογημένη κατάσταση
legitimized process
δικαιολογημένη διαδικασία
legitimized actions
δικαιολογημένες ενέργειες
legitimized power
δικαιολογημένη εξουσία
legitimized practices
δικαιολογημένες πρακτικές
legitimized claims
δικαιολογημένες διεκδικήσεις
legitimized institutions
δικαιολογημένες θεσμούς
legitimized policies
δικαιολογημένες πολιτικές
legitimized relationships
δικαιολογημένες σχέσεις
the new policy legitimized the use of renewable energy sources.
η νέα πολιτική δικαιολογεί τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
his actions were legitimized by the court's ruling.
τα πράγματα του δικαιολογήθηκαν από την απόφαση του δικαστηρίου.
the organization aims to legitimize the rights of marginalized communities.
η οργάνωση στοχεύει να δικαιολογήσει τα δικαιώματα των εξουσιοδοτημένων κοινοτήτων.
they worked hard to legitimize their business practices.
προσπάθησαν σκληρά να δικαιολογήσουν τις επιχειρηματικές τους πρακτικές.
the government legitimized the new regulations to enhance public safety.
το κρατικό συμβούλιο δικαιολογεί τις νέες κανονιστικές προδιαγραφές για να ενισχύσει τη δημόσια ασφάλεια.
legitimized education can lead to better job opportunities.
η δικαιολογημένη εκπαίδευση μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης.
she felt that her contributions were finally legitimized at the meeting.
αισθάνταν ότι τα συνεισφορές της τελικά δικαιολογήθηκαν κατά τη συνεδρίαση.
the treaty legitimized the boundaries between the two countries.
το συμβόλαιο δικαιολογεί τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών.
he sought to legitimize his status within the organization.
αναζήτησε να δικαιολογήσει τη θέση του εντός της οργάνωσης.
legitimized authority
δικαιολογημένη αρχή
legitimized status
δικαιολογημένη κατάσταση
legitimized process
δικαιολογημένη διαδικασία
legitimized actions
δικαιολογημένες ενέργειες
legitimized power
δικαιολογημένη εξουσία
legitimized practices
δικαιολογημένες πρακτικές
legitimized claims
δικαιολογημένες διεκδικήσεις
legitimized institutions
δικαιολογημένες θεσμούς
legitimized policies
δικαιολογημένες πολιτικές
legitimized relationships
δικαιολογημένες σχέσεις
the new policy legitimized the use of renewable energy sources.
η νέα πολιτική δικαιολογεί τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
his actions were legitimized by the court's ruling.
τα πράγματα του δικαιολογήθηκαν από την απόφαση του δικαστηρίου.
the organization aims to legitimize the rights of marginalized communities.
η οργάνωση στοχεύει να δικαιολογήσει τα δικαιώματα των εξουσιοδοτημένων κοινοτήτων.
they worked hard to legitimize their business practices.
προσπάθησαν σκληρά να δικαιολογήσουν τις επιχειρηματικές τους πρακτικές.
the government legitimized the new regulations to enhance public safety.
το κρατικό συμβούλιο δικαιολογεί τις νέες κανονιστικές προδιαγραφές για να ενισχύσει τη δημόσια ασφάλεια.
legitimized education can lead to better job opportunities.
η δικαιολογημένη εκπαίδευση μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης.
she felt that her contributions were finally legitimized at the meeting.
αισθάνταν ότι τα συνεισφορές της τελικά δικαιολογήθηκαν κατά τη συνεδρίαση.
the treaty legitimized the boundaries between the two countries.
το συμβόλαιο δικαιολογεί τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών.
he sought to legitimize his status within the organization.
αναζήτησε να δικαιολογήσει τη θέση του εντός της οργάνωσης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now