life

[ΗΠΑ]/laɪf/
[ΗΒ]/laɪf/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. διάρκεια ύπαρξης· η κατάσταση της ύπαρξης· η περίοδος κατά την οποία κάτι είναι λειτουργικό ή χρησιμοποιήσιμο
Word Forms
Plurallives

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

cherish life

τιμήστε τη ζωή

life-changing experience

εμπειρία που αλλάζει τη ζωή

in life

στη ζωή

service life

διάρκεια ζωής υπηρεσίας

daily life

καθημερινή ζωή

quality of life

ποιότητα ζωής

real life

πραγματική ζωή

for life

για τη ζωή

whole life

ολόκληρη η ζωή

life cycle

κύκλος ζωής

human life

ανθρώπινη ζωή

social life

κοινωνική ζωή

walks of life

διαφορετικές σφαίρες της ζωής

new life

νέα ζωή

long life

μακρά ζωή

happy life

χαρούμενη ζωή

way of life

τρόπος ζωής

life style

τρόπος ζωής

better life

καλύτερη ζωή

life and death

ζωή και θάνατος

fatigue life

ζωή με κόπωση

Παραδείγματα Προτάσεων

a life of Shelley.

μια ζωή του Shelley

a life of meditation.

μια ζωή διαλογισμού

a life of toil.

μια ζωή αγώνα

the whirligig of life

ο κυκεώνας της ζωής

the right to life is absolute.

το δικαίωμα στη ζωή είναι απόλυτο

a life of short commons.

μια ζωή με λίγη τροφή

life was easeful at that time.

η ζωή ήταν εύκολη εκείνη την εποχή

a life of wealth and indulgence.

μια ζωή γεμάτη πλούτο και ελευθερίες

the artistic life of a writer.

η καλλιτεχνική ζωή ενός συγγραφέα

the useful life of a car.

η χρήσιμη διάρκεια ζωής ενός αυτοκινήτου

She's the life of the show.

Είναι η ψυχή της παράστασης.

assimilate life to a dream

ενσωματώστε τη ζωή σε ένα όνειρο

the myriad life of the metropolis.

η πολυτάραχη ζωή της μητρόπολης

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα