lift-off

[US]/[lɪft ɒf]/
[UK]/[lɪft ɒf]/
Frequency: Very High

Translation

n. Το πραγματικό αντικείμενο του αναγιγνώσκεται από τη γη, ιδιαίτερα από ένα πυραύλο ή αεροπλάνο. Μια επιτυχημένη έναρξη ή εκκίνηση ενός προγράμματος ή πρωτοβουλίας.
v. (συχνά με 'off') Να ανέρχεται από τη γη, ιδιαίτερα από ένα πυραύλο ή αεροπλάνο. (συχνά με 'off') Να ξεκινήσει ή να εκκινήσει κάτι.
Word Forms
Plurallift-offs

Phrases & Collocations

lift-off imminent

προσέγγιση προς απογείωση

successful lift-off

επιτυχής απογείωση

lift-off sequence

ακολουθία απογείωσης

lift-off point

σημείο απογείωσης

pre-lift-off checks

έλεγχοι πριν από την απογείωση

lift-off delayed

καθυστέρηση απογείωσης

lift-off occurred

πραγματοποιήθηκε απογείωση

preparing for lift-off

προετοιμασία για απογείωση

initial lift-off

πρώτη απογείωση

lift-off confirmed

επιβεβαιωμένη απογείωση

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now