loathing

[ΗΠΑ]/'ləʊðɪŋ/
[ΗΒ]/'loðɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένα δυνατό αίσθημα δυσπιστίας ή αποστροφής
adj. που αισθάνεται ή δείχνει έντονη δυσπιστία
vt. να δυσπιστεί κανείς έντονα
Word Forms
Present Participleloathing
Pluralloathings

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

deep loathing

βαθύ μίσος

Παραδείγματα Προτάσεων

feelings of loathing towards her ex-boyfriend

αισθήματα μίσους προς τον πρώην της σύντροφο

deep loathing for the taste of liver

βαθύ μισούμενο για τη γεύση του συκωτιού

expressed his loathing for the new company policy

έκφρασε το μισούμενο του για την νέα εταιρική πολιτική

overcome her loathing of public speaking

ξεπέρασε το μισούμενο της για την δημόσια ομιλία

a look of loathing on her face

ένα βλέμμα μίσους στο πρόσωπό της

deep loathing for injustice

βαθύ μισούμενο για την αδικία

feelings of loathing towards the criminal

αισθήματα μίσους προς τον εγκληματία

struggle to suppress his loathing for his boss

παλεύει να καταστείλει το μισούμενο του για τον προϊστάμενο

a sense of loathing for the unethical behavior

ένα αίσθημα μίσους για την ανήθικη συμπεριφορά

unable to hide her loathing for the arrogant man

δεν μπορούσε να κρύψει το μισούμενο της για τον αλαζόνα άντρα

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα