locomotive

[US]/ˌləʊkəˈməʊtɪv/
[UK]/ˌloʊkəˈmoʊtɪv/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα κινητό ραιλ οχήμα που χρησιμοποιείται για να τραβάει τρένα
adj. ικανό να κινείται ή να παράγει κίνηση
Word Forms

Phrases & Collocations

steam locomotive

ατμοκίνητο τρένο

diesel locomotive

λοκομοτιβίδιο πετρελαίου

electric locomotive

ηλεκτρικός τρένος

locomotive engineer

μηχανικός τρένου

locomotive engine

κινητήρας τρένου

battery locomotive

τρένο με μπαταρία

Example Sentences

The steam locomotive chugged along the tracks.

Η ατμομηχανή κινόταν με χαλαρό τρόπο κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών.

The old locomotive was restored and put on display at the museum.

Η παλιά ατμομηχανή αποκαταστάθηκε και τοποθετήθηκε σε έκθεση στο μουσείο.

The locomotive pulled a long line of freight cars.

Η ατμομηχανή έσπρωχνε μια μακριά σειρά φορτηγών.

The locomotive engineer carefully monitored the controls.

Ο μηχανοδημιουργός της ατμομηχανής παρακολουθούσε προσεκτικά τους ελεγκτές.

The powerful locomotive easily climbed steep hills.

Η ισχυρή ατμομηχανή ανεβαίνει εύκολα σε ψηλές κατακόρυφες περιοχές.

The modern locomotive is equipped with advanced technology.

Η σύγχρονη ατμομηχανή είναι εξοπλισμένη με προηγμένη τεχνολογία.

The locomotive emitted thick smoke as it started moving.

Η ατμομηχανή εξέπεμπε παχύ καπνό όταν ξεκίνησε να κινείται.

The locomotive's whistle echoed through the valley.

Η κεραία της ατμομηχανής ήχησε μέσα από την περιοχή.

The vintage locomotive was a popular tourist attraction.

Η αναπαλαιωμένη ατμομηχανή ήταν μια δημοφιλής τουριστική έλξη.

The locomotive's wheels clattered on the tracks.

Οι τροχοί της ατμομηχανής κλαπτόνταν στις σιδηροδρομικές γραμμές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now