lodging

[ΗΠΑ]/ˈlɒdʒɪŋ/
[ΗΒ]/ˈlɑːdʒɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ενοικιαζόμενο δωμάτιο ή κατάλυμα φοιτητών.
Word Forms
Present Participlelodging
Plurallodgings

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

board and lodging

δωμάτιο και διατροφή

lodging resistance

αντίσταση στην εγκατάσταση

Παραδείγματα Προτάσεων

provide board and lodging

παρέχουν διαμονή και διατροφή

they found a cheap lodging in a backstreet.

βρήκαν ένα φθηνό κατάλυμα σε έναν παράδρομο.

We are lodging with Mr. Brown.

Μένουμε με τον κ. Brown.

Do you have lodging for tonight?

Έχετε διαμονή για απόψε;

he took lodgings at a tavern in Muswell Street.

πήρε δωμάτια σε μια ταβέρνα στην οδό Muswell.

found lodging near her new job.

βρήκε διαμονή κοντά στη νέα δουλειά της.

We found the lodgings on the tour rather primitive.

Βρήκαμε τα καταλύματα στην εκδρομή αρκετά πρωτόγονα.

Their lodgings were always kept with a soldierly cleanliness and order.

Τα καταλύματά τους διατηρούνταν πάντα με στρατιωτική καθαριότητα και τάξη.

How kind of Bill to get our board and lodging ready.

Πόσο καλό που ο Bill φρόντισε για τη διαμονή και τη διατροφή μας.

When he reached his lodgings the sun had set.

Όταν έφτασε στα καταλύματά του, ο ήλιος είχε δύσει.

The chief witness was allowed to leave the town only after lodging a sworn statement with the police.

Ο κύριος μάρτυρας επιτράπηκε να φύγει από την πόλη μόνο αφού κατέθεσε μια ορκωμένη κατάθεση στην αστυνομία.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα