longly awaited
αναμενόμενο για καιρό
longly desired
επιθυμητό για καιρό
longly cherished
αγαπητό για καιρό
longly remembered
θυμητό για καιρό
longly anticipated
αναμενόμενο με ανυπομονησία για καιρό
longly sought
αναζητούμενο για καιρό
longly missed
λιγομένο για καιρό
longly hoped
ελπιζόμενο για καιρό
longly planned
σχεδιασμένο για καιρό
longly promised
υποσχεμένο για καιρό
she longly gazed at the stars in the night sky.
αυτή κοίταζε επίμονα στα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.
he longly reminisced about his childhood memories.
αυτός θυμόταν επίμονα τις παιδικές του αναμνήσεις.
they talked longly over coffee about their future plans.
συζητούσαν επίμονα πάνω από τον καφέ για τα μελλοντικά τους σχέδια.
she waited longly for her friend to arrive.
αυτή περίμενε επίμονα την άφιξη του φίλου της.
he longly reflected on the choices he made.
αυτός αναλογιζόταν επίμονα για τις επιλογές που έκανε.
they walked longly along the beach, enjoying the sunset.
περπατούσαν επίμονα κατά μήκος της παραλίας, απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα.
she longly listened to the soothing music.
αυτή άκουγε επίμονα τη χαλαρωτική μουσική.
he longly pondered the meaning of life.
αυτός αναρωτιόταν επίμονα για το νόημα της ζωής.
they longly discussed their favorite books.
συζητούσαν επίμονα για τα αγαπημένα τους βιβλία.
she longly admired the artwork in the gallery.
αυτή θαύμαζε επίμονα τα έργα τέχνης στην γκαλερί.
longly awaited
αναμενόμενο για καιρό
longly desired
επιθυμητό για καιρό
longly cherished
αγαπητό για καιρό
longly remembered
θυμητό για καιρό
longly anticipated
αναμενόμενο με ανυπομονησία για καιρό
longly sought
αναζητούμενο για καιρό
longly missed
λιγομένο για καιρό
longly hoped
ελπιζόμενο για καιρό
longly planned
σχεδιασμένο για καιρό
longly promised
υποσχεμένο για καιρό
she longly gazed at the stars in the night sky.
αυτή κοίταζε επίμονα στα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.
he longly reminisced about his childhood memories.
αυτός θυμόταν επίμονα τις παιδικές του αναμνήσεις.
they talked longly over coffee about their future plans.
συζητούσαν επίμονα πάνω από τον καφέ για τα μελλοντικά τους σχέδια.
she waited longly for her friend to arrive.
αυτή περίμενε επίμονα την άφιξη του φίλου της.
he longly reflected on the choices he made.
αυτός αναλογιζόταν επίμονα για τις επιλογές που έκανε.
they walked longly along the beach, enjoying the sunset.
περπατούσαν επίμονα κατά μήκος της παραλίας, απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα.
she longly listened to the soothing music.
αυτή άκουγε επίμονα τη χαλαρωτική μουσική.
he longly pondered the meaning of life.
αυτός αναρωτιόταν επίμονα για το νόημα της ζωής.
they longly discussed their favorite books.
συζητούσαν επίμονα για τα αγαπημένα τους βιβλία.
she longly admired the artwork in the gallery.
αυτή θαύμαζε επίμονα τα έργα τέχνης στην γκαλερί.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα