longly

[ΗΠΑ]/ˈlɒŋli/
[ΗΒ]/ˈlɔːŋli/

Μετάφραση

adv. για μεγάλο χρονικό διάστημα

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

longly awaited

αναμενόμενο για καιρό

longly desired

επιθυμητό για καιρό

longly cherished

αγαπητό για καιρό

longly remembered

θυμητό για καιρό

longly anticipated

αναμενόμενο με ανυπομονησία για καιρό

longly sought

αναζητούμενο για καιρό

longly missed

λιγομένο για καιρό

longly hoped

ελπιζόμενο για καιρό

longly planned

σχεδιασμένο για καιρό

longly promised

υποσχεμένο για καιρό

Παραδείγματα Προτάσεων

she longly gazed at the stars in the night sky.

αυτή κοίταζε επίμονα στα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.

he longly reminisced about his childhood memories.

αυτός θυμόταν επίμονα τις παιδικές του αναμνήσεις.

they talked longly over coffee about their future plans.

συζητούσαν επίμονα πάνω από τον καφέ για τα μελλοντικά τους σχέδια.

she waited longly for her friend to arrive.

αυτή περίμενε επίμονα την άφιξη του φίλου της.

he longly reflected on the choices he made.

αυτός αναλογιζόταν επίμονα για τις επιλογές που έκανε.

they walked longly along the beach, enjoying the sunset.

περπατούσαν επίμονα κατά μήκος της παραλίας, απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα.

she longly listened to the soothing music.

αυτή άκουγε επίμονα τη χαλαρωτική μουσική.

he longly pondered the meaning of life.

αυτός αναρωτιόταν επίμονα για το νόημα της ζωής.

they longly discussed their favorite books.

συζητούσαν επίμονα για τα αγαπημένα τους βιβλία.

she longly admired the artwork in the gallery.

αυτή θαύμαζε επίμονα τα έργα τέχνης στην γκαλερί.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα