loss

[ΗΠΑ]/lɒs/
[ΗΒ]/lɔːs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. απώλεια κάτι· βίωμα μείωσης ή αποτυχίας
Word Forms
Plurallosses

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

suffer a loss

υποφέρει μια απώλεια

financial loss

οικονομική απώλεια

loss of income

απώλεια εισοδήματος

loss of value

απώλεια αξίας

emotional loss

συναισθηματική απώλεια

weight loss

απώλεια βάρους

at a loss

σε αδιότητα

water loss

απώλεια νερού

energy loss

απώλεια ενέργειας

heat loss

απώλεια θερμότητας

loss of life

απώλεια ζωής

pressure loss

απώλεια πίεσης

loss rate

ποσοστό απώλειας

power loss

απώλεια ισχύος

profit and loss

κέρδη και ζημίες

hearing loss

απώλεια ακοής

gain and loss

κέρδη και ζημιές

dielectric loss

διηλεκτρική απώλεια

low loss

χαμηλή απώλεια

insertion loss

απώλεια εισαγωγής

bone loss

απώλεια οστικής μάζας

blood loss

απώλεια αίματος

mass loss

απώλεια μάζας

loss of appetite

απώλεια όρεξης

total loss

ολική απώλεια

Παραδείγματα Προτάσεων

the government's loss of credibility.

η απώλεια αξιοπιστίας της κυβέρνησης.

he was at a loss for words.

Δεν ήξερε τι να πει.

the loss of political freedoms

η απώλεια πολιτικών ελευθεριών

disconsolate at the loss of the dog.

Δυστυχισμένος λόγω της απώλειας του σκύλου.

painful sex and loss of libido

πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή και απώλεια της libido

a loss of confidence and a consequential withdrawal of funds.

μια απώλεια εμπιστοσύνης και μια συνακόλουθη απόσυρση κεφαλαίων.

a loss of feeling in the hands.

μια απώλεια αίσθησης στα χέρια.

no indemnity will be given for loss of cash.

Δεν θα δοθεί αποζημίωση για την απώλεια μετρητών.

a notable loss of English lexis.

μια αξιοσημείωτη απώλεια αγγλικού λεξιλογίου.

avoiding loss of time.

αποφεύγοντας την απώλεια χρόνου.

he will be a great loss to many people.

θα είναι μεγάλη απώλεια για πολλούς ανθρώπους.

loss of fuel from the exhaust port.

απώλεια καυσίμου από την έξοδο εξάτμισης.

indemnify sb. for the loss incurred

Αποζημιώστε κάποιον για την απώλεια που προκλήθηκε.

compute (one's loss) at...

Υπολογίστε (τις απώλειες) στο...

Fortunately there was no loss of life in the fire.

Ευτυχώς δεν υπήρξε απώλεια ζωής στην πυρκαγιά.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

And shouldn't we help our daughter process this loss?

Δεν θα έπρεπε να βοηθήσουμε την κόρη μας να αντιμετωπίσει αυτή την απώλεια;

Πηγή: Modern Family - Season 05

These two factors conspire to cause a loss of control.

Αυτοί οι δύο παράγοντες συνωμοτούνται για να προκαλέσουν απώλεια ελέγχου.

Πηγή: New Concept English: Vocabulary On-the-Go, Book Three.

Loss of health is more serious than loss of wealth.

Η απώλεια υγείας είναι πιο σοβαρή από την απώλεια πλούτου.

Πηγή: High-frequency vocabulary in daily life

He compared it to other environmental losses.

Το συνέκρινε με άλλες περιβαλλοντικές απώλειες.

Πηγή: VOA Standard June 2015 Collection

The policy guarantees us against all loss.

Η πολιτική μας εγγυάται προστασία από κάθε απώλεια.

Πηγή: High-frequency vocabulary in daily life

The religious sentiment will compensate us for all our losses.

Η θρησκευτική αίσθηση θα μας αποζημιώσει για όλες τις απώλειές μας.

Πηγή: Brave New World

But the loss of trust was damaging.

Αλλά η απώλεια εμπιστοσύνης ήταν επιζήμια.

Πηγή: CNN 10 Student English December 2019 Collection

Maybe you should just cut your losses.

Ίσως θα έπρεπε απλώς να εγκαταλείψετε τις απώλειες.

Πηγή: Emma's delicious English

Windbreaks help prevent the loss of soil.

Τα ανεμοφράγματα βοηθούν στην πρόληψη της απώλειας εδάφους.

Πηγή: Han Gang B2A "Translation Point": Quick Start Guide for Listening Notes

That was a tough loss last night.

Ήταν μια δύσκολη ήττα χθες το βράδυ.

Πηγή: Modern Family - Season 05

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα