lounged about
έκαθονταν ελεύθερα
lounged comfortably
έκαθονταν άνετα
lounged on
έκαθονταν πάνω σε
lounged against
έκαθονταν αντίθετα
lounged idly
έκαθονταν χωρίς να έχουν κάτι να κάνουν
she lounged
έκαθονταν εκείνη
he lounged
έκαθονταν εκείνος
she lounged on the sofa, reading a novel.
Αποκαμπύλωσε στον καναπέ και διάβαζε ένα βιβλίο.
they lounged by the pool, enjoying the sunshine.
Αποκαμπύλωσαν δίπλα στην πισίνα, απολαμβάνοντας το ηλιακό φως.
he lounged against the window, watching the rain.
Αποκαμπύλωσε στην παράθυρο, παρατηρώντας τη βροχή.
the cat lounged in a patch of sunlight.
Η γάτα αποκαμπύλωσε σε ένα τμήμα ηλιακού φωτός.
we lounged around all afternoon, doing nothing.
Αποκαμπύλωσαμε όλη την απόγεια, κάνοντας τίποτα.
lounged in a comfortable chair, she dozed off.
Αποκαμπύλωσε σε ένα άνετο κατσαβίδι και χαλάρωσε.
the guests lounged in the living room, chatting.
Οι επισκέπτες αποκαμπύλωσαν στο σαλόνι, μιλώντας.
he lounged on the beach, sipping a cool drink.
Αποκαμπύλωσε στην παραλία, πίνοντας ένα κρύο ποτό.
lounged against the cushions, she felt completely relaxed.
Αποκαμπύλωσε στα κουσνιέρα και αισθάνθηκε πλήρως χαλαρωμένη.
they lounged about the hotel lobby, waiting for their flight.
Αποκαμπύλωσαν γύρω από το ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, περιμένοντας την πτήση τους.
lounged in a hammock, he enjoyed the peaceful atmosphere.
Αποκαμπύλωσε σε ένα καρέκλα και έλαχε την ήρεμη ατμόσφαιρα.
lounged about
έκαθονταν ελεύθερα
lounged comfortably
έκαθονταν άνετα
lounged on
έκαθονταν πάνω σε
lounged against
έκαθονταν αντίθετα
lounged idly
έκαθονταν χωρίς να έχουν κάτι να κάνουν
she lounged
έκαθονταν εκείνη
he lounged
έκαθονταν εκείνος
she lounged on the sofa, reading a novel.
Αποκαμπύλωσε στον καναπέ και διάβαζε ένα βιβλίο.
they lounged by the pool, enjoying the sunshine.
Αποκαμπύλωσαν δίπλα στην πισίνα, απολαμβάνοντας το ηλιακό φως.
he lounged against the window, watching the rain.
Αποκαμπύλωσε στην παράθυρο, παρατηρώντας τη βροχή.
the cat lounged in a patch of sunlight.
Η γάτα αποκαμπύλωσε σε ένα τμήμα ηλιακού φωτός.
we lounged around all afternoon, doing nothing.
Αποκαμπύλωσαμε όλη την απόγεια, κάνοντας τίποτα.
lounged in a comfortable chair, she dozed off.
Αποκαμπύλωσε σε ένα άνετο κατσαβίδι και χαλάρωσε.
the guests lounged in the living room, chatting.
Οι επισκέπτες αποκαμπύλωσαν στο σαλόνι, μιλώντας.
he lounged on the beach, sipping a cool drink.
Αποκαμπύλωσε στην παραλία, πίνοντας ένα κρύο ποτό.
lounged against the cushions, she felt completely relaxed.
Αποκαμπύλωσε στα κουσνιέρα και αισθάνθηκε πλήρως χαλαρωμένη.
they lounged about the hotel lobby, waiting for their flight.
Αποκαμπύλωσαν γύρω από το ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, περιμένοντας την πτήση τους.
lounged in a hammock, he enjoyed the peaceful atmosphere.
Αποκαμπύλωσε σε ένα καρέκλα και έλαχε την ήρεμη ατμόσφαιρα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now