lout

[ΗΠΑ]/laʊt/
[ΗΒ]/laʊt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένας ατσούφτης
vt. να γελοιοποιώ
vi. να σκύβω· να υποχωρώ
Word Forms
Plurallouts
Present Participlelouting

Παραδείγματα Προτάσεων

is both a lout and a bully;

είναι τόσο ένας αγροίκας και ένας αυταρχικός τύπος;

The police will be cracking down on lager louts this summer.

Η αστυνομία θα αυξήσει την επιτήρηση των κατεχόντων του μπύρας αυτό το καλοκαίρι.

He behaved like a lout at the party.

Έκανε σαν αγροίκας στο πάρτι.

The loutish behavior of the man offended everyone.

Η αγροϊκή συμπεριφορά του άνδρα προσέβαλε όλους.

Don't be such a lout, show some manners.

Μην είσαι τέτοιος αγροίκας, δείξε κάποια είδη.

The lout was shouting and causing a scene in the restaurant.

Ο αγροίκας φώναζε και προκαλούσε σκηνικό στο εστιατόριο.

He's always been a bit of a lout, but he means well.

Έχει πάντα υστερεί λίγο, αλλά το εννοεί καλά.

The loutish behavior of the group was unacceptable.

Η αγροϊκή συμπεριφορά της ομάδας ήταν απαράδεκτη.

He's such a lout, always making rude comments.

Είναι τέτοιος αγροίκας, πάντα κάνει αγενείς σχολιασμούς.

The loutish behavior of the students disrupted the class.

Η αγροϊκή συμπεριφορά των μαθητών διατάραξε την τάξη.

She couldn't stand his loutish manners any longer.

Δεν μπορούσε άλλο να αντέξει τα αγροϊκά του είδη.

The lout was kicked out of the bar for causing a fight.

Ο αγροίκας αποβλήθηκε από το μπαρ για να προκαλέσει μια μάχη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα