lowed

[US]/ləʊ/
[UK]/loʊ/
Frequency: Very High

Translation

adj. όχι ψηλός ή κοντός· στερείς αξιών ή ηθικής· που αισθάνονται λυπημένοι ή στερείς ενέργειας
adv. με ταπεινό ή ήσυχο τρόπο
n. μια θέση ή επίπεδο που είναι κάτω από το κανονικό· μια τιμή που δεν είναι ακριβή· ένα σημείο ή επίπεδο που είναι κάτω από άλλους
vi. για μια αγελάδα, να κάνει έναν χαρακτηριστικό ήχο

Phrases & Collocations

low temperature

χαμηλή θερμοκρασία

low pressure

χαμηλή πίεση

low cost

χαμηλό κόστος

low income

χαμηλό εισόδημα

low energy

χαμηλή ενέργεια

low quality

χαμηλή ποιότητα

high and low

υψηλό και χαμηλό

low price

χαμηλή τιμή

low level

χαμηλό επίπεδο

low noise

χαμηλός θόρυβος

low power

χαμηλή ισχύς

low permeability

χαμηλή διαπερατότητα

low in

χαμηλός σε

at the lowest

στο χαμηλότερο

low frequency

χαμηλή συχνότητα

low voltage

χαμηλή τάση

low speed

χαμηλή ταχύτητα

low carbon

χαμηλό άνθρακα

low density

χαμηλή πυκνότητα

low concentration

χαμηλή συγκέντρωση

low power consumption

χαμηλή κατανάλωση ενέργειας

Example Sentences

in a low state.

σε χαμηλή κατάσταση

a low-calorie, low-fat regime.

ένα πρόγραμμα χαμηλής θερμιδικής αξίας και χαμηλού λίπους

a low fee; a low income.

ένα χαμηλό τέλος· ένα χαμηλό εισόδημα

a low blood count.

χαμηλός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων

a pitch of low bounce.

ένα επίπεδο χαμηλής αναπήδησης

a low hum of conversation.

ένα χαμηλό μουρμουρητό συζήτησης

a low, intense mutter.

ένα χαμηλό, έντονο μουρμουρητό.

the sun was low in the sky.

ο ήλιος ήταν χαμηλά στον ουρανό

they were low on fuel.

είχαν λίγο καύσιμο

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now